Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Έτουλας & Αιμασιές

 Έτουλας (martes foina) 

Το γνωστό μοναδικό άγριο ζωάκι της Άνδρου μεγέθους γάτας, γνωστό συνήθως αλλού ως πετροκούναβο*. Προπολεμικά αλλά και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια για το ζώο υπήρχε αμοιβή μιας λίρας το καθένα για την πολύτιμη γούνα του….
Etole (γαλλ.) Γούνα που δεν σημαίνει κάποιο ζώο, αλλά το σχήμα του πολυτελούς ενδύματος. Προέρχεται από την λατινική λέξη stola (από την ελληνική στολή). Ιταλικά, βενετικά και γενοβέζικα stola, γαλλικά etole παλαιά γαλλικά estole, ισπανικά και καταλανικά estola και ενίοτε στα τελευταία estula.  Αρχικά το etole, το stola κ.λπ. ήταν το πετραχήλι του καθολικού κλήρου (ακόμη και προ του σχίσματος). Η γούνα etole είναι η γούνα που έχει το σχήμα ενός κοντού «πετραχηλιού», μια γούνα που περνιέται γύρω από τον λαιμό ή που τον στολίζει και πέφτει κυκλικά. Στολίδι πολύτιμο κατά τον μεσαίωνα για τις φορεσιές των αρχόντων στην Δύση. Τα καταλανικά μιλιόταν στον μεσαιωνικό ελλαδικό χώρο. (Αναφέρουμε χαρακτηριστικά το Δουκάτο των Αθηνών, τον σημαίνοντα Roger de Lluria και τον αρχηγό της περιώνυμης μισθοφορικής Καταλανικής Εταιρείας Roger de Flor.) Είναι γνωστός ο καταλανός Arna Caupena στον οποίο αποδόθηκαν από τους Βενετούς, για την Αίγινα που του απέσπασαν, ως αντάλλαγμα, ένα φέουδο στην Άνδρο, όπου δημιουργήθηκε ο Αρνάς και στην Τήνο ένα φέουδο όπου δημιουργήθηκε ο Αρνάδος.* * Υπόνοιες υπάρχουν επίσης ότι ο Λατίνος άρχοντας Ferigo (Φυρίος) ήταν ίσως Καταλανός.                                                                                               Είναι λοιπόν πολύ πιθανόν η μικρή γούνα που επιζητούσαν οι Λατίνοι να στολίζουν την πλέον πολυτελή αμφίεσή τους, η estula, ταυτίσθηκε και έδωσε το όνομά της στο μικρό ζωάκι με το εξαιρετικό τρίχωμά του, συνοδευόμενη με έκπτωση τού s. Ενώ δεν αποκλείεται οι ιταλόφωνοι Λατίνοι της Άνδρου να πρόφεραν την λέξη ως ettula.  
                
Επισημαίνεται ότι η γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά της Άνδρου έφερε απαραιτήτως μικρή γούνα (ενώ άλλο σημάδι της αρχοντικότητάς της είναι η έλλειψη ποδιάς σημείο διαφορισμού, που υποδεικνύει εμμέσως ότι η φορεσιά και οι εργασίες -που απαιτούσαν ποδιά - δεν προοριζόταν για τις ίδιες).  

Εκτός από το βιδέλο (ιταλ. vitelo, ελλ. μοσχάρι), που απαντάται όμως και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος δεν απαντώνται, ως προς την πανίδα της Άνδρου παρά μόνον ελληνικές λέξεις. Κάτι που αποδεικνύει την μακρά και ενδεχομένως διαρκή ενασχόληση με τα αγροτοκτηνοτροφικά πράγματα από την ελληνική αρχαιότητα ίσως και από κάποιο ανθρώπινο πυρήνα που αδιάλειπτα κατοικούσε την Άνδρο και μετέδιδε τις λέξεις στους εκάστοτε επήλυδες (έφιος από το όφις, σκολίδα από το σκολιός και το σχεδόν μοναδικό από τα αρχαία ελληνικά φουρνός από το φρύνος).     Η επιρροή των Λατίνων, στον τομέα αυτό, υπήρξε εντελώς μηδαμινή. Στα αμιγώς αγροτικά πράγματα η κατάσταση διαφέρει κάπως.

   * Η λέξη κουνάβι είναι σλαβικής προελεύσεως και υιοθετήθηκε πρώιμα από τα ελληνικά.
                                                                                                                                                                       **(βλ.Νικ.Βασιλόπουλου «Λατινοκρατία στην Άνδρο» εκδ. Σ.Γαρυφάλλου Β΄Εκδοση 2015)  

                Ευχαριστώ την κ. Μαρία Σκιαδαρέση αρχαιολόγο και συγγραφέα για τις γνώμες της περί τα ετυμολογικά του έτουλα. Επίσης ευχαριστώ την κ. Ρένα Σακελλάρη πρόεδρο του Χορευτικού Συλλόγου Άνδρου για τα στοιχεία περί την ανδριακή φορεσιά.

                                    Αιμασιές


Αιμασιά ή αμασιά ή μασιά και αντιστοίχως αιμασά κ.λπ.
Απαντάται στην Άνδρο σε όλες αυτές τις εκδοχές. Καταγράφεται και στην Τήνο αλλά και στην Σκιάθο αφού επανειλημμένα την αναφέρει o Παπαδιαμάντης. Είναι όντως περίεργο ότι η λέξη δεν υπάρχει στην ηπειρωτική Ελλάδα. Μου έχει συχνά τεθεί το ερώτημα από πού προέρχεται η λέξη.
Εξήγηση πρώτη. Η λέξη είναι αρχαία ελληνική και απαντάται στην μορφή αιμασιά (με δασεία) στον Όμηρο και στον Ηρόδοτο. Η σημασία της είναι, φράκτης περίβολος και αντηρίς, ενώ κατ΄ άλλους σημαίνει τον δασωμένο τόπο, ίσως δε συσχετίζεται με την λέξη Αίμος (το όρος).
Εξήγηση δεύτερη. Στα ιταλικά υπάρχει το ρήμα amassare και  ammassiamento όπως και στα γαλλικά (amasser). H σημασία είναι αντιστοίχως μαζεύω, στοιβάζω σε σωρούς, τακτοποιώ και στα ιταλικά ακόμη και στρώνω δρόμο με χαλίκι ή ακόμη και σαρώνω. Γενικώς όμως και στις δύο γλώσσες υπάρχει η έννοια του στοιβάσματος κατά τρόπο συγκροτημένο. Κατά συνέπειαν πρόκειται σαφώς περί λέξεως εντολής για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας, σημειολογικά μπορεί να εξηγηθεί ως λέξη από ανώτερο σε κατώτερο, ως εντολή για την συγκροτημένη συσσώρευση και τοποθέτηση λίθων.
Ποιά από τις δύο είναι η ορθή ετυμολογική καταγωγή είναι νομίζω αδύνατον να υποστηριχθεί, πλην του ότι η λέξη απαντάται σε νησιωτικούς χώρους, δηλαδή σε τόπους απ΄όπου πέρασαν Βενετοί, ιταλόφωνοι κ.λπ, αν αυτό σημαίνει ίσως κάτι…
Πάντως οι αιμασιές δεν έχουν καμμία σχέση με την λέξη αιμάσω (ματώνω) ούτε με διάφορες τέτοιες αυθαίρετες φιλολογικές, απολύτως επιδερμικές, προσεγγίσεις (για να μην φανούμε αυστηρότεροι…).


Οι εξαιρετικές αυτές κατασκευές που γαληνεύουν το τοπίο και που όλοι θαυμάζουν και συχνά φωτογραφίζουν δεν έγιναν χάριν καλλιτεχνίας ή φρενήρους εργασιομανίας των νησιωτών αλλά από σκληρές βιοτικές συνθήκες ανάγκης ή σκληρότατες συνθήκες εξαναγκασμού εξαντλητικής εργασίας.                                       
Οι ελεύθερες επιλογές εργασίας και κατασκευής επιπλέον αιμασιών λόγω αυξημένης ζήτησης δημιουργήθηκαν μόνον μετά τις αρχές του 19ου αι. από ελεύθερους καλλιεργητές ή από την ωργανωμένη παραγωγική διαδικασία που επέφερε η ανάπτυξη των πρώτων δεκαετιών του εφοπλισμού. Επομένως τα περί εικαστικών επιλογών και ευαισθησιών για δημιουργία και κατασκευή τόσων χιλιομέτρων αιμασιών κινούνται στον χώρο της αφέλειας, της άγνοιας και της ρηχής εικαστικής ανάγνωσης των συγκεκριμένων έργων.                                                                                        
 Ο μόχθος και ο εξαναγκασμός της δημιουργίας του Έργου αυτού, πρέπει επιτέλους να μπεί στην πραγματική του ανάγνωση και διάσταση.
Μόνον έτσι πιστεύω το τοπίο των δουλεμένων βουνοπλαγιών που μας περιτριγυρίζουν παντού, μας δίνει μέσω των προηγουμένων γενεών πίστη, δύναμη, αυτοπεποίθηση και αυτογνωσία για το ζοφερό παρόν και δύσκολο μέλλον…..

Mασερία
Λέξη ιταλική Masseria. Σημαίνει τον χώρο όπου φυλάσσονται καρποί και σοδειές. Η λέξη χρησιμοποιόταν σε έγγραφα του 16ου και 17ου αιώνα. Επιζεί στις μέρες μας το επίθετο Μασέρας που μάλλον σήμαινε τον υπεύθυνο για την περισυλλογή ή και τον ειδικό επιστάτη.
  Λέξεις πάμπολλες και καθημερινές ωρισμένες των οποίων τείνουν να εκλείψουν λόγω του ότι θεωρούνται από δικαιολογημένη άγνοια ως ιδιωματικές (βλέπε επαρχιώτικες) είναι κατάλοιπα της ιταλόφωνης Λατινοκρατίας. Giarra, τζ(ι)άρρα  ανδριώτικα ζάρρα, το μεγάλο πιθάρι. Gelatina τζελατίνα (γαλλικά Gelee Ζελέ) ή ζηλαδιά, στην Κρήτη τσηλαδιά.  Uragano, ουραγκάνο το ραγάνι, η καταιγίδα. Figliozzio, φιλιότσιο, φιλιόσος (αντί του αντιαισθητικού βαφτιστήρι).
(Σημ. Οι ιταλικής καταγωγής λέξεις -της Λατινοκρατίας-είναι ίσως μερικές εκατοντάδες. Μπορούμε να τις χρησιμοποιούμε χωρίς την γνωστή ντροπή που τείνει, για τον ίδιο λόγο, να αντικαταστήσει την ελληνικώτατη (μικρασιατική) λέξη  φοινίκι με το μελομακάρονο…….)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου