Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

Παλιά μαγαζιά της Χώρας


 
***
   ΤΑ ΓΙΑΟΥΡΤΙΑ ΣΤΗ ΧΩΡΑ 
έφεραν οι Μικρασιάτες

Σαραντόπουλος Παναγιώτης  (&  Αφοί Μανούσοι)  
Κοσμάς Χατζηγρηγορίου  
Πρώϊος Κώστας και Ευγενία «Γιαουρτού»


Γιαούρτια δεν κυκλοφορούσαν στο εμπόριο, ενώ είναι βέβαιο ότι οι περισσότεροι Ανδριώτες δεν είχαν γευτεί το γιαούρτι…
Όλα άλλαξαν μετά το 1922. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την έλευση των Μικρασιατών στην Άνδρο. 

Σαραντόπουλος Παναγιώτης.

Έχει λεχθεί ότι το επίθετό του ήταν Σαράντογλου, κάτι που μάλλον, κατά την έρευνα της οικογένειας του δεν ευσταθεί. Ο Παναγιώτης Σαραντόπουλος γεννήθηκε το 1891στο Βαϊνδίρι 100 χλμ ανατολικά της Σμύρνης. Εκεί διατηρούσαν μαγαζί-ταβέρνα. Ήδη το 1922 ο Παναγιώτης ήταν 31 ετών, ήδη μεγάλος με πείρα μαγαζάτορα και κάποιες ταλαιπωρίες εκ μέρους των Τούρκων. Το 1922-1923 θα καταφθάσει στην Πλακούρα απένταρος και κατεστραμμένος. Τον Παναγιώτη θα βοηθήσει ένας Εμπειρίκος μέλος της γνωστής οικογένειας η οποία βοηθούσε δανείζοντας συστηματικά φερέγγυους (κατά την γνώμη τους) ανθρώπους που ήθελαν να δραστηριοποιηθούν. Έτσι μάλλον τον προμήθευσε με εμπόρευμα και ο Παναγιώτης άνοιξε μπακαλοταβέρνα στην Πλατεία Καϊρη γύρω στο 1924-1925 εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το καφέ Πλάτανος. Ήταν πολύ καλό πόστο με καλή πελατεία που συναλλασσόταν Χωραϊτες προερχόμενους από την Οξώπορτα και πάνω…..

Ο πανύψηλος Παναγιώτης Σαραντόπουλος με τον συνονόματο εγγονό του. 'Όρθιος ο Μήτσος Μανούσος με άγνωστο παραγιό. Συσκευάζουν σε σακκούλες ίσως κάποιο προϊόν.  Όλα είναι αυστηρά τακτοποιημένα και νοικοκυρεμένα. 26-7-1959


Σύντομα παντρεύτηκε την Κατίνα από το Κοχύλου. Απέκτησε τρεις γιούς οι οποίοι όμως ακολούθησαν το ναυτικό επάγγελμα. Πολύ οργανωτικός ο Παναγιώτης νοίκιασε κατάστημα εκεί που βρίσκεται ο "Πλάτανος" στην πλατεία Καϊρη. Επιδόθηκε στην παρασκευή γιαουρτιού, ωργάνωσε τους προμηθευτές γάλακτος και ήταν πολύ απαιτητικός στην συνέπειά τους αφού για τους Ανδριώτες αυτή η διαρκής ανταπόκριση για παροχή γάλακτος δεν ήταν τότε αυτονόητη. Το σπίτι όπου είχε την μαγαζοταβέρνα τέθηκε σε πώληση η οποία όμως, παρά το ενδιαφέρον του -τελευταία στιγμή- κατέληξε υπέρ τρίτου. Έτσι βρέθηκε στο κατάστημα που όλοι γνωρίζουμε πιο κάτω από την Οξώπορτα. Φαίνεται ότι σε πρώτη φάση αγόρασε το πίσω τμήμα που αποτελούσε ανεξάρτητη κατοικία. Στο ισόγειο ο Σαραντόπουλος προχώρησε σε παρασκευή γιαουρτιού, ριζόγαλου, κρέμας και πιθανόν άλλων παραζαχαροπλαστικών ειδών ενώ είχε βάλει τραπέζια για τους πελάτες σαν κανονικό γαλακτοπωλείο της εποχής. Μάλλον λοιπόν σε δεύτερη φάση το 1934-1935 αγόρασε το μπροστινό ακίνητο με πρόσωπο επί της οδού Αλκ. Εμπειρίκου, το οποίο και μετέτρεψε σε πολύ ωργανωμένο μπακάλικο. Η πελατεία εκεί ήταν κοινωνικά λιγώτερο εύρωστη και το τεφτέρι με τα βερεσέδια μπήκε σε κανονική ισχύ. Ωστόσο το επιχειρηματικό του πνεύμα και η προσήλωσή του έφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η Κατοχή ήταν μία πολύ δύσκολη περίοδος κυρίως λόγω της ελλείψεως εμπορεύματος… Κατόπιν τα πράγματα πήγαν πολύ καλά.

 Η Κατίνα Σαραντοπούλου σε επίσκεψη στο παληό μαγαζί με τους αδελφούς Μανούσου μάλλον αρχές της δεκαετίας του 70. Στο μαγαζί έχουν πλέον αναγκαστικά εισβάλλει πλήθος καταναλωτικών ειδών, πάντα με την ίδια τάξη. Στο βάθος αριστερά διακρίνεται η πόρτα που ωδηγούσε στο παρασκευαστήριο του γιαουρτιού.



Τον θυμάμαι επιβλητικό με το μουστάκι του (με όλα του τα μαλλιά ανέπαφα παρακαλώ) και τα γυαλιά του, άλλοτε όρθιο άλλοτε καθιστό, στο βάθος του μαγαζιού να κοιτάζει και να ελέγχει το μαγαζί λες και επέβλεπε την λειτουργία κάποιας μηχανής. Αλλά και μηχανή ήρθε από το εξωτερικό για την ετοιμασία του καφέ. Ενώ το γαλακτοπωλείο εξακολουθούσε να λειτουργεί επικεντρωμένο στο γιαούρτι.
Ο αρχικός άξιος βοηθός του Μήτσος Μανούσος επανήλθε μετά την κατοχή στο μαγαζί και με την πάροδο του χρόνου έγινε συνεταίρος του και συνέχισε επάξια αγοράζοντας μετά το 1960 όλη την επιχείρηση.

Το μαγαζί τέλος της δεκαετίας του 90. Γεμάτο βέβαια από προϊόντα με καινούργια ταμειακή μηχανή, νέα ζυγαριά και μηχανή κοπής αλλαντικών σε φέτες. Δεν λείπουν τα σακκιά με τα όσπρια. Ο Μήτσος, η κόρη του Γιώργου και ο Γιώργος Μανούσος. Κάτω η διαφήμιση έκανε ηχηρά την εμφάνισή της. Οι Μανούσοι εξίσου ανήσυχοι προχώρησαν και σ' αυτό,  την αριστερή φιλοτέχνησε ο γνωστός τότε πολυτάλαντος Φρατζέσκος Ασλάνογλου (Κολώνας). 



Ο Γιώργος άφησε το ναυτικό επάγγελμα και ήρθε να συνδράμει στην επιχείρηση, αφού ήταν απαραίτητο να δουλεύουν δύο άτομα όταν μάλιστα στην δεκαετία του 60 παρουσιαζόταν σταθερή οικονομική βελτίωση. Το μικρό γαλακτοπωλείο με τα τραπέζια στο πίσω μέρος του μαγαζιού εγκαταλείφθηκε όχι όμως και η παραγωγή γιαουρτιών μέχρι που οι δύο αδελφοί Μανούσοι (Μήτσος και Γιώργος) συνταξιοδοτήθηκαν οπότε και έκλεισε το μαγαζί ακολουθώντας την σταδιακή ερήμωση της Παληάς Χώρας που άρχισε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980. 

Ακόμα θυμάμαι την φωνή του Σαραντόπουλου (με την μόλις -τώρα καταλαβαίνω- διακρινόμενη μικρασιάτικη προφορά) που αν και μικρός όταν έμπαινα μέσα πάντα έσπευδε να με ρωτήσει τι θέλω….  Χανόταν πίσω από το μεγάλο ψυγείο που μου φαινόταν πανύψηλο και μου έκοβε με ακρίβεια το κομμάτι κασέρι ή κεφαλοτύρι που με είχαν στείλει οι δικοί μου να αγοράσω… 

Όσο για τους αδελφούς Μανούσου -γνήσιοι έμποροι- δεν μπορώ ακόμα να καταλάβω πώς πέρασαν τα χρόνια και δεν είναι πια εκεί που είχα συνηθίσει να τους βλέπω...



Κοσμάς Χατζηγρηγορίου 


O Κοσμάς πάντα εξυπηρετικός με ανατολίτικη επαγγελματική συμπεριφορά προθυμία και συνείδηση προς τον πελάτη. Αξέχαστη επίσης η χαρακτηριστική μικρασιάτικη προφορά του.


Ο Κοσμάς γεννήθηκε, μάλλον το 1908, στο Πακίρ Μετί της Μικράς Ασίας δεν γνωρίζω πού ακριβώς βρισκόταν το χωριό ή η κωμόπολη.  Ήρθε στην Άνδρο το 1922. Έμεινε όπως και άλλοι Μικρασιάτες 4 χρόνια περίπου στην ΕΟΧΑ. Εργάσθηκε 4 χρόνια στον Σαραντόπουλο ο οποίος μάλλον τον προσέλαβε από αλληλεγγύη ως ομοιοπαθούντα συντοπίτη. Εκεί έμαθε όλη την τέχνη της παρασκευής γαλακτοκομικών. Σε ηλικία 20 ετών παντρεύτηκε. Τότε άνοιξε δικό του γαλακτοπωλείο.
Παράξενο είναι ότι από πλευράς οικογενείας Σαραντόπουλου δεν μου ανέφεραν όλα τα παρασκευάσματα (που είχε μάθει ο Κοσμάς) ενώ από πλευράς του Κοσμά μου υπογραμμίσθηκε ότι ο τελευταίος ό,τι παρασκεύαζε το είχε μάθει από τον Σαραντόπουλο. Πάντως ο Κοσμάς έφτιαχνε, όπως φαίνεται, πράγματα πρωτόγνωρα για την Άνδρο: εκτός από γιαούρτια, κρέμες, σάμαλη, ριζόγαλο και παγωτό. Για το τελευταίο αγόραζε πάγο και χτυπούσε επί ώρες το γάλα... Ενώ μάζευε με επιμέλεια τα πήλινα κεσεδάκια του γιαουρτιού. 
Έφτιαχνε επιπλέον καραμέλες, γλυφιτζούρια και ξερολούκουμα. Είχε φτιάξει μία ωραία ξύλινη προθήκη που διαχώριζε το μαγαζί με τον οπίσθιο χώρο για το παρασκευαστήριο από τον εμπρόσθιο χώρο για τους πελάτες με τα τραπεζάκια όπου σέρβιρε πλην των παραπάνω και πρωϊνό.
Απέκτησε σπίτι στον Συνοικισμό το οποίο αποπλήρωσε αποκτώντας παραχωρητήριο συμβόλαιο όπως και οι άλλοι Μικρασιάτες.
Στο μαγαζί, από την δεκαετία του 50, άφηναν ψώνια οι Στενιώτισες, οι οποίες ήταν πελάτισσες του Κοσμά ενώ από εκεί δίπλα έκαναν στάση-πιάτσα τα «στενιώτικα» ταξί του Ντίνου Ζαρμπή, του Σαράντη, του Πέτρου Βιδάλη κατά τις δεκαετίες του 50 και 60. Τα μικρά ατίθασα στενιωτάκια αδημονούσαν περιμένοντας να συμπληρωθεί το ταξί και κάποιο απ΄αυτά, στην ζωηράδα του, έλυσε το φρένο του ταξιού του Σαράντη και το αυτοκίνητο πήρε τα σκαλοπάτια της κατηφόρας και κόντεψε να φθάσει στου Νόνα…. 

 Ο νεαρός Γρηγόρης επί το έργον της διανομής, στα "Χασαπιά", πίσω από το σημερινό εστιατόριο η Παρέα. Κάτω ο Γρηγόρης μπροστά από το παρασκευαστήριο η πρόσβαση του οποίου καλύπτεται απλά από την κουρτίνα. Η προθήκη καλύπτει όλο το πλάτος του μαγαζιού. Αριστερά στα κάτω ντουλάπια τα γιαούρτια, οι κρέμες, το ραβανί κ.α. Δεξιά σοκολάτες τσίχλες και έτοιμα μικρογλυκά. Οι γυάλες με με τις πολυποίκιλες καραμέλες είχαν την τιμητική τους.  



Περίπου τότε το μαγαζί έγινε τόπος συναντήσεως μαθητών, αλλά και του σκασιαρχείου…
Ο γιός του Κοσμά, ο συνεχιστής Γρηγόρης διατήρησε το γαλακτοπωλείο, τα γιαούρτια αλλά και σέρβιρε πρωινό : γάλα σε ποτήρι, παξιμάδι, βούτυρο, μαρμελάδα, πρωινό που έβρισκαν πολύ ελκυστικό εκείνοι οι πρώτοι ξένοι τουρίστες. 
Ο εγγονός Κοσμάς συνέχισε φτιάχνοντας εξαιρετικές κρέπες…



Θυμάμαι τον γέρο- Κοσμά που ήταν πελάτης του γιατρού πατέρα μου, όταν ερχόταν σε πιο βολικές ώρες στο ιατρείο, να μου λέει ιστορίες που έβρισκα σαν παραμύθι για την πατρίδα του, για ένα τενεκέ με λίρες που ήταν καλυμμένες με παχύ στρώμα κεριού αλλά που τελικά έμεινε στην Μ. Ασία…

Θυμάμαι επίσης τον Γρηγόρη όταν βρισκόμουν στα συγγενικά μου σπίτια στις Στενιές όπου περιερχόταν το χωριό με υπομονή και πάντα έτοιμος για πειράγματα, με το ξύλινο βαλιτσάκι που άνοιγε όρθιο και έβγαιναν από τα μικρά ραφάκια τα ωραία ταχτοποιημένα γιαούρτια με ιδιαίτερη φροντίδα και προσοχή…  

 Το γαλακτοπωλείο προς το τέλος της καριέρας του Γρηγόρη. Κάτω το ντουλάπι με τα γιαούρτια που άνοιγε με ιερή προσοχή ο τελευταίος γαλακτοπώλης της Άνδρου.


 
Κώστας και Ευγενία Πρωϊου (Γιαουρτού)


Ο Κώστας Πρώιος γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1889. Ο Κ. Πρώϊος αρκετά νέος μετέβη στην Αμερική όπου όμως δεν παρέμεινε τελικά. Μετέβη στην Χίο όπου άνοιξε μπακάλικο και φούρνο. Παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την Ευγενία αρκετά νεώτερή του, η οποία αποδείχτηκε εξαιρετικά δραστήρια και δυναμική στις δουλειές του  Κώστα. Επειδή η επιχείρηση εκεί ναυάγησε, ο Κ. Πρώϊος εγκατέλειψε την Χίο και εγκαταστάθηκε στην Άνδρο το 1922 ίσως με παρότρυνση της αδελφής του, συζύγου του Ευαγγέλου Λουκίσσα, ο οποίος είχε καϊκι και έκανε μεταφορές και εμπόριο μεταξύ Άνδρου-Χίου. 
 Όταν ήρθε στην Άνδρο ίσως το 1922 ή 1923 ήταν περίπου 35 ετών η δε γυναίκα του ήταν η γνωστή στους κατοπινούς Ευγενία. Βρέθηκε τότε κυριολεκτικά κατεστραμμένος στην Πλακούρα με τα δύο πρώτα παιδιά του. Επιτήδειος και ευρηματικός, με ένα βαρέλι και αλεύρι που δανείστηκε από τον φούρναρη Λινάρδο Βρεττό άρχισε να φτιάχνει λουκουμάδες όπου πουλούσε υπαίθρια. Σύντομα ο Επαμεινώνδας Εμπειρίκος του εμπιστεύτηκε ένα κτήμα που είχε στα Γιάλια με κελλί, στο οποίο υπήρχαν "χοντρά" ζώα. (Κτήμα κατόπιν ιδιοκτησίας Δ. Κυρτάτα). Εκεί ο Κώστας με τις γνώσεις που είχε έφτιαξε μαγαζί, το οποίο τους καλοκαιρινούς μήνες λειτουργούσε ως ταβέρνα και τον υπόλοιπο χρόνο παρασκεύαζε γιαούρτι σακούλας, κρέμες και ριζόγαλα. Τα προϊόντα αυτά ήταν άγνωστα στην Άνδρο… Πλην των άλλων για το καλοκαίρι είχε φτιάξει κατάλληλες ντουσιέρες όπου έκαναν μπάνιο με θαλασσινό νερό, ενώ σέρβιρε μπύρες!! Κυριολεκτική επανάσταση...

 Η "Γιαουρτού" Ευγενία Πρωϊου εγκατεστημένη στο βασίλειό της. Αριστερά της τα σακιά με τα όσπρια(;) πίσω τα ράφια και δεξιά της η μεγάλη ζυγαριά της εποχής. 


Η Ευγενία ανηφόριζε καθημερινά τις Στενιές με το γιαούρτι της σακκούλας μέσα σε ξύλινο νταβά. Έκοβε το γιαούρτι με σπάτουλα και το σέρβιρε στα πιάτα των Στενιωτισών, αποφεύγοντας την διαδικασία με το δούναι και λαβείν που είχαν τα πήλινα κεσεδάκια. Η Ευγενία έφθανε πάντα στην ώρα της γιαυτό έλεγαν: τώρα έρχεται η Γιαουρτού, παρατσούκλι που την ακολούθησε σε όλη της την ζωή. Στις αρχές της δεκαετίας του 30 αποφάσισαν να αφήσουν την ταβέρνα και τα γαλακτοκομικά στα Γιάλια και έκαναν το μεγάλο βήμα. 


 Η οικογένεια με τον επόμενο. Ο νεαρός Μιχάλης, ο Κώστας και η Ευγενία, μπροστά από το μαγαζί στον Νημπορειό...


Το 1932 άνοιξαν μπακάλικο στον Νημπορειό. Οι Στενιώτες μάλιστα ενοχλήθηκαν από την απομάκρυνση της οικογένειας από τα Γιάλια. Ωστόσο δεν έπαψαν να ψωνίζουν από την Γιαουρτού στον Νημπορειό… Λόγω προβλημάτων υγείας ο Κώστας ασχολήθηκε μόνον με τα πολλά ζώα που διέθεταν εκεί κοντά, κότες, χήνες, γαλοπούλες, πρόβατα, αγελάδες ενώ η Ευγενία επικεντρώθηκε στο μαγαζί.



 Πρώτος από αριστερά ο Μιχάλης Πρώϊος δεύτερος ο Τσίκνας, ο οποίος διατηρούσε καφενείο δίπλα (διακρίνονται οι καρέκλες του) και τέταρτος ο Κώστας Πρώϊος. Το σπίτι πίσω τους με το μαγαζί-γιαουρτοπωλείο. Το μικρό ισόγειο πέτρινο κτίσμα είναι σήμερα σπίτι διώροφο. Κάτω ο Μιχάλης με ολόκληρη παρέα ίσως Κυριακή.


Η προώθηση λεμονιών, πορτοκαλιών, κρεμμυδιών για Χίο με εισαγωγή σανών, τριφυλλιού κ.λπ. συνεχίστηκε μετατρέποντας το μπακάλικο και σε μανάβικο ολοκληρώνοντας τον κύκλο προϊόντων της εποχής, ενώ η παρασκευή γιαουρτιών συνεχίστηκε αμείωτα. Για τούτο και επειδή ο ευρύτερος χώρος προς την οπίσθια πλευρά, στην αλλοτινή όχθη του ποταμού, αποτελούσε το τέλος του λιθόστρωτου δρόμου από όλα τα απέναντι χωριά, εκεί έδεναν τα ζώα τους οι χωριανοί και έκαναν τα απαραίτητα ψώνια. Το αποτέλεσμα ήταν για ολόκληρη την γύρω περιοχή να ονομασθεί στης Γιαουρτούς. Την επιχείρηση συνέχισε επάξια ο γιός Μιχάλης. 

 Ο Μιχάλης Πρώϊος μάλλον στα τέλη της δεκαετίας του 60. Είναι ήδη αισθητή η διαφορά, όχι μόνον από την νέα ζυγαριά αλλά και από τα πολλά νέα προϊόντα που έκαναν την εμφάνισή τους. 


Αργότερα διαδέχτηκαν οι εγγονοί Κώστας και Δημήτρης. Ο παππούς και δημιουργός πέθανε το 1965 η δε γιαγιά πολύ αργότερα το 1992. Το κατάστημα λειτούργησε μέχρι πρόσφατα, σε μια περιοχή που άλλαξε τόσο που οι περισσότεροι σήμερα να μην ξέρουν που ακριβώς βρίσκεται ο Συνοικισμός, ή της Γιαουρτούς, ή πού έδεναν τα σχεδόν 50 μουλάρια οι χωριανοί ούτε βέβαια πού βρισκόταν το αλλοτινό ξύλινο γεφύρι στον Νημπορειό…


 Το κατάστημα μεταξύ 1960 και 1970. Δεξιά το κατάστημα γύρω στα 90.


Θυμάμαι πάντως πως όταν κανείς ήθελε να προσδιορίσει την αρχή του Νημπορειού έλεγε στης Γιαουρτούς όπου και ο θείος μου καθηγητής Μάκης Βασιλόπουλος ερχόμενος από τις Στενιές έδενε εκεί πιο πέρα, μερικές φορές, τον πασίγνωστο γαϊδαρό του ... 

 Η φωτογραφία ίσως στα τέλη της δεκαετίας του 50. Πεπόνια και καρπούζια μέσα στα καφάσια της εποχής που φορτωνόταν και σε μουλάρι. Το σταμνί που θυμίζει ότι ακόμα δεν υπάρχει νερό όλο το 24ωρο. Ο καταναλωτισμός δεν έχει ακόμα αλλοιώσει την αθωότητα με την οποία κρατούν οι οικείοι του μαγαζιού τα προϊόντα... 

                                                                             Νίκος Βασιλόπουλος
                                                                                    15/12/2018

Ευχαριστώ θερμά για τις πληροφορίες που μου έδωσαν και τις φωτογραφίες που είχαν την ευγενή καλοσύνη να μου παραχωρήσουν για το άρθρο, κατ' αλφαβητική σειρά, τους κάτωθι :
Μανούσο Γιώργο
Πρώιο Κώστα και Δημήτρη
Σαραντόπουλο Παναγιώτη και
Χατζηγρηγορίου Ουρανία.