Κυριακή 4 Ιουλίου 2021

ΟΙ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΔΡΟ

                                ΟΙ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΔΡΟ                              
             Προσεγγίσεις, εκτιμήσεις και σχόλια από τις ανδριακές πηγές


Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε από τον γράφοντα στην ΦΛΕΑ "πολιτιστική και πολιτική έκδοση του Ιστορικού Ομίλου Νάξου Αρσός" τεύχος 70-71. Αναδημοσιεύεται στο androshistoria.blog σχεδόν αυτολεξεί.  


Το προηγηθέν πλαίσιο

Οι επιδρομές του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα στο Αιγαίο (1537-1538) έφεραν σημαντικές ανατροπές υπέρ των Οθωμανών. Το Βενετικό κράτος κατείχε την γειτονική Τήνο αλλά δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει. Ακολούθησαν εκ μέρους των Τούρκων οι σφαγές και εξανδραποδισμοί Λατίνων και Ρωμιών στην Κέρκυρα, τα Κύθηρα, την Αστυπάλαια, την Αίγινα και την Πάρο το 1537. Η Λατινική Νάξος δήλωσε υποτέλεια στους Οθωμανούς και η Ανδρος ακολούθησε το 1538. Υπό τον τρόμο των γεγονότων ένα τμήμα των Λατίνων αρχόντων της Άνδρου γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα μεταστράφηκαν στο ορθόδοξο δόγμα θέλοντας να απομακρυνθούν έμπρακτα από την Βενετία. Οι νεοορθόδοξοι άρχοντες φαίνεται πως κάλεσαν τους Τούρκους να τους απαλλάξουν από τους… Φράγκους (sic) με επιστολή, το 1562, προς τις Οθωμανικές αρχές της Καρύστου. Έτσι επί Τουρκοκρατίας (όπως έχει διατυπώσει ο Guillaume Saint Guillain- Γκιγιώμ Σαιν Γκιγαίν «Ιππότες, φεουδάρχες, αστοί και άλλοι υποτελείς» Το Δουκάτο του Αιγαίου-Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης 2007 Ε.Ι.Ε.Ι.Β.Ε. ΕΕΚ /12 2009 σ. 135) διαιώνισαν ένα μέρος του κοινωνικού τους προτύπου και της οικονομικής και πολιτικής τους εξουσίας.

Το 1579, έτος απαρχής της Τουρκοκρατίας, οι νεοορθόδοξοι Λατίνοι θα αποτελέσουν την ιθύνουσα τάξη της Άνδρου, ενώ οι περισσότεροι πιστοί καθολικοί Λατίνοι θα εγκαταλείψουν το νησί προς την Νάξο, Πάρο, Μήλο ακόμα και Κρήτη. (Οι εγκατασταθέντες Τούρκοι στην Άνδρο θα αποχωρήσουν στο σύνολό τους πολύ προ του 1670 προς την Χίο και Κάρυστο πουλώντας τις μεγάλες περιουσίες, των οποίων εν τω μεταξύ είχαν καταστεί κύριοι). Μολονότι δε οι φόροι θα καθοριστούν επακριβώς η Άνδρος θα φορολογείται κατ΄αποκοπήν. Ο θεσμός των Κοινοτήτων υπήρξε χλωμός στο νησί. Σε ολόκληρη την Άνδρο οι φόροι στο κατώτερο επίπεδο συλλέγονται από τους ιερείς (Τουρκικά Φορολογικά Κατάστιχα του 1670. Ηλ. Κολοβός «η νησιωτική κοινωνία της Άνδρου στο Οθωμανικό πλαίσιο» Ανδριακά Χρονικά 39 Καϊρειος 2006  σ.18). Στην κεντρική και νότια Άνδρο διορίζονται ανά δύο επίτροποι και στην βόρεια Άνδρο των δύο αρβανίτικων περιοχών ένας επίτροπος για κάθε μία. Η παρουσία των επιτρόπων της κεντρικής και νότιας Άνδρου δεν κάνει την εμφάνισή της στην πορεία του χρόνου, όπου τα πάντα διαχειρίζονται οι άρχοντες.  Ως προς τα δύο βόρεια αρβανίτικα διαμερίσματα της Άνδρου, όπως φαίνεται από την προσωρινή βενετική κατάληψη (1685-9) της Άνδρου τους φόρους δεν αποδίδουν προς τις εναλλασσόμενες αρχές Τούρκων-Βενετών, οι διωρισμένοι επίτροποι αλλά η πανίσχυρη Μονή της Αγίας (κύριο στήριγμα των Οθωμανών κατά την πρώτη -τουλάχιστον- περίοδο της Τουρκοκρατίας).

Ο επίσκοπος  Πέτρο ντε Μάρκις το 1624 καταγράφει στην Άνδρο 15 μέλη αρρένων καθολικών, όλων αρχόντων πλήν ενός. Το 1634 οι Οθωμανοί θα στραγγαλίσουν 6 σημαίνοντα μέλη των τελευταίων Λατίνων αρχόντων, με την κατηγορία της προδοσίας(;) και έκτοτε θα εξαφανιστούν τα επίθετα Brutto και De Camillis. Θα απομείνουν μόνον οι Δελλαγραμάτικα ως δηλωμένοι γαλλόφιλοι. Ίσως για τον λόγο αυτό, το επόμενο έτος και προκειμένου να καθησυχαστούν οι άλλοι νεοορθόδοξοι άρχοντες, θα ονομασθεί πρώτος μη Οθωμανός βοεβόδας Άνδρου ο άρχοντας Μιχαήλ Καϊρης, (πανάρχης Ανδρου), ο οποίος θα οικειοποιηθεί θυρεό των Σομμαρίπα χαράζοντας το όνομά του και τον τίτλο του «πανάρχη». (Κατά τον Πασχάλη θα έχει σχέσεις με πειρατές, και από δώρα κουμπαριάς μ΄αυτούς θα αποκτήσει το εκλεκτό ακίνητο της «Παληάς»). Πλην των Τούρκων δεν είναι γνωστό αν τοποθετείται και άλλος Ρωμιός στην θέση αυτή έως το 1718, οπότε αναφέρεται ο εκλαμπρότατος μισέ Ζορζης βοιβοντας Άντρου. Ο Πασχάλης υποθέτει ότι είναι Χίος, ωστόσο υπάρχει η πιθανότητα να πρόκειται για μέλος της (πρώην λατινικής) οικογενείας Zorzi–Τζώρτζη, που εμφανίζεται με το παρεπίθετο Αγαδάκης, το οποίο συν τω χρόνω θα αντικαταστήσει το επίθετο Τζώρτζης. Από το 1754 όπως γράφει ο Δ.Πολέμης στην «Ιστορία της Άνδρου Πέταλον 1 Καϊρειος σ. 77» η Άνδρος δόθηκε ως τιμάριο σε Τούρκο με ευνοϊκές παραχωρήσεις, αλλά «κατά κανόνα αι παραχωρήσεις αυταί υπήρξαν ολιγόχρονοι και δεν πρέπει να ήσαν ευεργετικαί δια τους νησιώτας»(sic). Αργότερα αναφέρει ένα ευσυνείδητο Οθωμανό, ο οποίος κυβερνούσε δι΄αντιπροσώπων φροντίζων δια το καλόν των νήσων. Ο Πασχάλης ούτε καν αναφέρει αυτή την αποτελεσματικά αγαθή(;) εποχή κυριαρχίας. Αλλά η Ιστορία διατάραξε την ευζωία(!!) των νησιωτών και κατέφθασαν οι Ρώσοι… 

   Κοτζάμπασης απαθανατισμένος από ευρωπαϊκή ματιά με δόση ρομαντικού εξωτισμού. 

 

Ο θεσμός των Κοτζαμπάσηδων.

Η Άνδρος θα γνωρίσει την Ρωσοκρατία μεταξύ 1770-1774 (να σημειωθεί ότι οι Ρώσοι θα ανεγείρουν Λοιμοκαθαρτήριο στο Κάστρο, θα καταπολεμήσουν την πειρατεία και θα κάνουν απογραφή. Δ.Πασχάλης). Αμέσως μετά εφαρμόζεται ο θεσμός του Κοτζάμπαση. Ως προς την διοίκηση, από τότε η Άνδρος αποδόθηκε ως τιμάριο στην Σαχ Σουλτάνα. Από τον Δ. Πολέμη μαθαίνουμε ότι η Σαχ Σουλτάνα «προσωπικώς ενδιεφέρθη δια τα προβλήματα των κατοίκων, τους οποίους ποικιλοτρόπως επροστάτευσε και αφήκεν αγαθάς αναμνήσεις». (Δεν αναφέρεται ούτε μία ενέργεια που να μας πείθει πώς, γιατί και σε ποιους άφησε αγαθές αναμνήσεις, ενώ η υδροδότηση του Κάστρου οφείλεται κατά κύριο λόγο στις ενέργειες του κοτζάμπαση Νικ.Μπίστη). Κατόπιν, το 1803, η Άνδρος «υπήχθη στο Ταμείον νέων Αυτοκρατορικών Προσόδων. Δια λογαριασμόν του Υπουργείου του την Άνδρον διώκησεν εκ Κωνστ/πολεως ο Ιμπραήμ Ρεσίφ εφέντης, ο οποίος εμερίμνησεν υπέρ του τόπου, εφ΄όσον η νήσος διετήρησεν πάντα τα παλαιά προνόμιά της» (Δ.Πολέμης ως άνω σ.78). Η μέριμνα την οποία έδειξε ο Ρεσίφ δεν ήταν δηλαδή παρά η διατήρηση των παλαιών προνομίων ώστε να παραμείνει αδιατάρακτη η προνομιούχα θέση των παλαιών αρχόντων. Αλλά ας δούμε τι ίσχυσε και πώς διαφυλάχθηκαν τα περίφημα «προνόμια» με την νέα κατάσταση των Ρωμιών κοτζαμπάσηδων.

Η ανάδειξη του κοτζάμπαση διεξαγόταν σχεδόν πάντοτε στην Μεσσαριά, (στο προαύλιο της εκκλησίας της Παναγίας Βουργάρας), χωριό αρχόντων και η εκλογή του γινόταν δια βοής. Οι ανταγωνιστές υποψήφιοι για την εκλογή τους έφερναν μαζί τους κολλήγες ή μικροκαλλιεργητές των περιοχών που κατείχαν και ήταν απόλυτα εξαρτημένοι απ΄αυτούς. Ο νέος κοτζάμπασης με απαραίτητα επικυρωμένη την εκλογή του από τον Καδή, μετέβαινε στην Κωνστ/πολη όπου περιεβάλλετο με το καφτάνι του κοτζαμπασιλικίου, όπερ απετελείτο από ποδήρη τσόχινον επενδύτην, χρώματος ερυθρού, ο δε διορισμός του ανηγγέλετο εις τους κατοίκους επί μεμβράνης πουγιουρουλδίου, συντεταγμένου τουρκιστί και ελληνιστί, όπως γράφει ο Δ.Πασχάλης («Ιστορία της νήσου Άνδρου» του Δ. Πασχά-λη 1927 ΕΣΤΙΑ σ.197-258) . Όλοι οι κοτζαμπάσηδες χωρίς καμμία εξαίρεση ανήκαν στην τάξη των αρχόντων που επί αιώνες «διοικούσαν» την Άνδρο. Ο κοτζάμπασης διώριζε από ένα επίτροπο για τα δύο αρβανίτικα διαμερίσματα της βορείου Άνδρου αλλά εφεξής και στο Πάνω Κάστρο (νότια Άνδρος). Κάθε διαμέρισμα είχε τώρα τον γραμματικό του, ο οποίος συνέλεγε τους φόρους και τους παρέδιδε στον αρχιγραμματικό του Κάτω Κάστρου/Χώρας. Ο Αγάς της Άνδρου σπανιώτατα παρενέβαινε στις διενέξεις μεταξύ των υποψηφίων κοτζαμπάσηδων. Η καταγραφή των κατοίκων γινόταν από τους γραμματικούς για την επιβολή του κεφαλικού φόρου και τον φόρο επί των αγαθών και της εγγείου ιδιοκτησίας. Ο κοτζάμπασης είχε δικαίωμα να κρίνει όλες τις υποθέσεις του κοινού δικαίου των ραγιάδων και να εκδίδει αποφάσεις. Επίσης ο κοτζάμπασης εις κανένα άλλον δεν εχρεώστει να δώση λόγον της διοικήσεώς του παρά εις τον κεχαγιάν της Σουλτανίδος. (Δ.Πασχάλης ως άνω). Ο κοτζάμπασης ήτο ο αληθής διοικητής της Άνδρου, αντιπροσωπεύων την Άνδρον, εισπράττων τους φόρους κ.λπ. Επίσης εξετέλει τα φιρμάνια του Σουλτάνου, και τα άλλα εκάστοτε επί διαφόρων περιστάσεων εκδιδόμενα μπουγιουρουλδιά (ιδιαίτερα πρόστιμα). Στην πραγματικότητα λοιπόν οι Τούρκοι είχαν αναθέσει σε σημαίνοντες Ρωμιούς την κατώτερη διοίκηση, οι οποίοι με αυθαίρετους τρόπους και διαδικασίες είχαν μετατραπεί σε τυραννίσκους του τόπου και των Ανδριωτών, η δε τυχόν θετική άσκηση της εξουσίας τους ήταν υπόθεση, μόνον προσωπικού χαρακτήρα. Η οικονομική και κοινωνική εξέλιξη των Ανδριωτών βρισκόταν σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια τους. Φαίνεται μάλιστα ότι η δικαιοσύνη των κοτζαμπάσηδων κάθε άλλο παρά αμερόληπτη ήταν αφού όπως σημειώνει ο Δ. Πολέμης (ως άνω σ.79) «μολονότι υπήρχεν η εντοπία “κρίσις”, εν τούτοις δεν ήσαν ασυνήθεις αι υπό των κατοίκων προσφυ-γαί εις την τουρκικήν δικαιοσύνην ιδίως εις περιπτώσεις συλλογικής ευθύνης, ως δι’ αρδευτικά ύδατα, δουλείας, βοσκάς κ.λπ.». Τα λεγόμενα προνόμια που είχαν οι νησιώτες μέσω των Ρωμιών υπευθύνων δεν φαίνεται να λειτουργούσαν, αντιθέτως ήταν διάτρητης αμεροληψίας με αποτέλεσμα συχνά την προσφυγή στον Καδή…  

Έχει αβασάνιστα διατυπωθεί ότι αφού η Άνδρος ήταν τιμάριο της Σαχ Σουλτάνας τότε η τουρκική κυριαρχία θα ήταν ήπια!! Αλλά και άλλοι, εμμονικών αντιλήψεων υποστηρίζουν επιπόλαια ότι αφού η διοίκηση είχε αφεθεί σε χέρια Ρωμιών, η κατάσταση για τους ραγιάδες ήταν ευνοϊκότερη. (Με την ανύπαρκτη όμως ακόμη δημιουργία εθνικής συνείδησης κάτι τέτοιο ήταν αφ’εαυτού ανύπαρκτο και λειτουργούσε αντιστρόφως δηλ. προς την πλήρη αφομοίωση και ένταξη των κοτζαμπάσηδων στο τουρκικό διοικητικό σύστημα με τους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς(sic) να απομυζούν τους ραγιάδες για τους οποίους ήταν γενικώς επιφορτισμένοι αλλά ανεξέλεγκτοι να αφαιμάσσουν αλύπητα). Η περίοδος της Σαχ Σουλτάνας (1779-1803) κατά τον Δ. Πολέμη (ως άνω σ.83) «η Ανδρος ευρίσκετο εις σχετικήν ευημερίαν παρά τας συνήθεις μεμψιμοιρίας των κατοίκων. Τα προβλήματα της κοινότητος(;) δεν ήταν αποτέλεσμα τουρκικών αυθαιρεσιών ή επεμβάσεων αλλά δημιουργήματα κομματικών αντιθέσεων και διχονοιών»(sic). (Σημ.Συν. Ο Πολέμης αναζητά την κακοδαιμονία και αποδίδει ευθύνες: Δεν έφταιγαν οι Τούρκοι που είχαν καταλάβει τον τόπο και οι οποίοι ως καλοί κατακτητές δεν αυθαιρετούσαν, ούτε το σύστημα των «προνομίων», που οι ίδιοι είχαν θεσπίσει, με τους αρχιραγιάδες επί των ραγιάδων, αλλά έφταιγαν τα κόμματα(sic) και γιαυτό αλληλοτρώγονταν!!!). Ως προς τις «κοινότητες» να συμπληρώσουμε εδώ από τον ίδιο τον Πολέμη ότι «η κοινοτική οργάνωσις της Άνδρου εις το επίπεδον των χωρίων δεν προβάλλεται κατά την Τουρκοκρατίαν και φαίνεται, ότι δεν είχεν αναπτυχθεί εις υψηλόν βαθμόν». (Δ.Πολέμης ως άνω σ.83).

   Το οθωμανικής συμπεριφοράς (καλώς έχον) περιβάλλον σε οικία κοτζάμπαση. 

Οι Έλληνες γράφει ο Θόρντων, έχουν τους μεγαλυτέρους εχθρούς των εντός αυτών των κόλπων των. Ούτοι δε είναι οι κοτζαμπάσηδες, Έλληνες κυλιόμενοι προ των ποδών του Τούρκου, φορολογούντες δε σκληρότατα εκείνους, τους οποίους ώφειλον ν΄αγαπώσι και παρηγορώσιν. Το έκφυλον τούτο γένος είχεν όλα τα ελαττώματα των δούλων. Υπό την μάχαιραν του Τούρκου ο Έλλην είναι δούλος, υπό την δύναμιν όμως του συμπατριώτου του, κοτζάμπαση απογυμνούται ών εκατοντάκις δυστυχέστερος. Ο Ουίλ. Τζελ γραμματέας της Αγγλικής πρεσβείας στην Κωνστ/πολη που είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα έγραφε : οι κοτζαμπάσηδες ήσαν μάστιξ του λαού και αληθείς τύραννοι, ως καθήκον των δ΄έχοντες και την είσπραξιν των φόρων του δημοσίου, εισέπραττον παρανόμως παρά των ραγιάδων πάμπολλα, νοσφιζόμενοι (οικειοποιούμενοι) ταύτα (Δ.Πασχάλης). Ακολουθεί και άλλη μαρτυρία του ιδίου, αναφέροντας: οι Έλληνες αναμεταξύ των έλεγον, ότι τρεις είναι αι πληγαί του τόπου των, οι επίσκοποι (πρώτοι), οι κοτζαμπάσηδες (δεύτεροι) και οι Τούρκοι (τελευταίοι). Παρόμοιες είναι και οι περιγραφές των Pouqueville και Finley για την τραγική αυτή κατάσταση. Ο Δημ. Υψηλάντης στις προκηρύξεις του το 1821 χαρακτήριζε τους προεστώτας ομοίους των Τούρκων και αξίους του μίσους του πάσχοντος λαού. Ο δε  Καποδίστριας τους ωνόμαζε Τούρκους φέροντας ονόματα χριστιανών(Δ.Πασχάλης). Ο Pasch Van Krienen περιγράφει πώς ο θεσμός των κοτζαμπάσηδων χώριζε εύκολα σε δύο φατρίες τους διεκδικητές του αξιώματος όπου εξ αιτίας αυτού, οι ταλαίπωροι νησιώτες κατέφευγαν στον Καδή με αλληλοκατηγορίες και εξασφάλιζαν τον πλουτισμό του τελευταίου και την καταστροφή και αρπαγή της περιουσίας του αντιπάλου. Κοινές ήταν οι ποινές του φάλαγγα, του προστίμου, της εξορίας, της φυλακίσεως και της διαπομπεύσεως-γιεβεντίσματος (Πασχάλης ομοίως σ.224-5) Ο Δ.Πολέμης διατυπώνει άλλες απόψεις : Δια την Άνδρον ο θεσμός του κοτζάμπαση, αποτελεί το ύψιστον στάδιον της κοινοτικής αυτοδιοικήσεως και ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, ότι συνετέλεσεν εις την βελτίωσιν των τοπικών πραγμάτων εφ’ όσον η νήσος ολόκληρος διέθετε πλέον ένα υπεύθυνον άρχοντα, αντιπρόσωπον των κατοίκων και πλήρως εξουσιοδοτημένον, εντός πάντοτε σαφώς καθοριζομένων πλαισίων, να διαχειρίζεται τα κοινά και ιδίως να διατηρή τας μετά της τουρκικής αρχής επαφάς. Εν άλλοις λόγοις, ο κοτζάμπασης ήταν πρόσωπον κοινής εμπιστοσύνης του εντοπίου πληθυσμού και της ξένης αρχής.

 
 Επίσκοπος ακολουθούμενος από κατώτερους κληρικούς και συνοδευόμενος από δύο προπορευόμενους γενίτσαρους.

Οι Κοτζαμπάσηδες

Δ.Πολέμης(ως άνω σ.91): Αι συνθήκαι απήτουν όπως ο κοτζάμπασης διαθέτει, πλούτον, προβολήν, καλούς δεσμούς και παιδείαν τινά. Επομένως μόνον εκ της τάξεως των αρχόντων ήτο δυνατόν να προέλθη ούτος, και δη εξ εκείνων των οικογενειών, αι οποίαι κατά παράδοσιν ήσαν αναμεμιγμέναι εις την διαχείρισιν των κοινών.O Δ.Πολέμης δικαιολογεί με κοινωνική-πολιτική άποψη γιατί οι άρχοντες έπρεπε να είναι κοτζαμπάσηδες κάνοντας ένα άλμα που άφηνε την Τουρκοκρατία σαν φυσικό φαινόμενο, το οποίο εν προκειμένω εξελίχθηκε σε πλήρως διεφθαρμένο και τυραννικό θεσμό. Και βέβαια αλλού αναφερόμενος ομολογεί:  Η μεγάλη μάζα, του πληθυσμού της Άνδρου ενησχολείτο εις την καλλιέργειαν της γης και παραλλήλως εις την κτηνοτροφίαν… Οι πτωχότεροι γεωργοί ηργάζοντο συγχρόνως και ως κολλήγοι των αρχόντων, εις τας υποχρεώσεις των οποίων διετηρήθησαν παλαιαί φεουδαλικαί συνήθειαι.(ως άνω σ. 96). (Άρα ως προς τον ανωτέρω τι βελτίωσε η Τουρκοκρατία και ο τελευταίος θεσμός των κοτζαμπάσηδων;).

Ο Δ. Πασχάλης γράφει: Η τάξις των αρχόντων, έλκουσα ως επί το πολύ την καταγωγήν εκ των φεουδαρχών του μέσου αιώνος…. Ουδείς εν Άνδρω επί Τουρκοκρατίας εξελέγετο ή ανελάμβανεν οιονδήποτε αξίωμα, εάν δεν ανήκεν εις την τάξιν ταύτην των αρχόντων. O Πασχάλης, αντίθετα παραθέτει μία πραγματικότητα χωρίς να γίνεται απολογητής της.  Όλοι ανεξαιρέτως οι κοτζαμπάσηδες προέρχονταν από αλλοτινούς καθολικούς άρχοντες της Λατινοκρατίας κατά χρονολογική σειρά, ενώ πρέπει να διευκρινισθεί ότι ωρισμένοι διετέλεσαν επανειλημμένα κοτζαμπάσηδες: Νικόλαος Κωτάκης(Κοττάκης), Περράκης Καμπάνης, Λεονάρδος Λορ. Πολέμης ο πλέον απάνθρωπος, Λορέντζος Μ. Καϊρης, Γεώργος Ν. Κονδύλης, Δημήτριος Πολέμης, Σταματέλος Λεον. Μπίστης, Δημήτριος Περρ. Καμπάνης, Νικόλαος Δημ. Μπίστης, Βασίλειος Μ. Καϊρης, Μιχαήλ Ν. Καϊρης, Ιωάννης Καμπανάκης, Μιχαήλ Δ. Καϊρης-Ορφανός, Γεώργιος Κωτάκης (Κοττάκης), Μιχαήλ Β. Καϊρης και τελευταίος ο Μιχαήλ Λ. Καϊρης. Η κακοδαιμονία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα συν τω χρόνω, αυθαιρεσίες, αγγαρείες, σωματικές ποινές και τυραννικές συμπεριφορές ωρισμένων απ΄ αυτούς, με αποκορύφωμα κακότητας τον Λεονάρδο Πολέμη.

   Ο Ιωάννης Καμπανάκης διακρινόταν, κατά τον καλά ενημερωμένο Πασχάλη, "δια την προσήνειαν και το πράον του χαρακτήρος του". Διετέλεσε κοτζάμπασης το 1810, 1813, 1814 και 1816. Επρόκειτο ασφαλώς για θετική περίπτωση κοτζάμπαση χάρη στον προσωπικό του χαρακτήρα και μόνον. (Η οικογένεια Καμπανάκη θεωρείται κατά τον Πολέμη ως κλάδος των Καμπάνη).

 

Νέα δεδομένα

Το Κάτω Κάστρο/Χώρα δεν έφτανε μέχρι την άκρη του ακρωτηρίου, μεσολαβούσε αδόμητος χώρος και κατόπιν η βραχονησίδα με το Μέσα Κάστρο για την πρόσβαση στο οποίο κτίσθηκε μεταγενέστερα πέτρινη μονότοξη γέφυρα. Στον αδόμητο αυτό χώρο που ωνομάσθηκε Ρίβα ή Καμάρα και ανήκε στην Καθολική Επισκοπή, βρισκόταν  εκεί μόνον ο δίκλιτος ναός του Αγ. Γεωργίου και Θεοτόκου (σημερινή Αγ. Βαρβάρα). Από τους αποστολικούς επισκέπτες έχουμε την εξής εξελικτική εικόνα της θέσεως. Το 1652 ο fra Tomaso αλλά και παρομοίως το 1700 ο Επίσκοπος Σύρου Antonio Sebastiani καταγράφει τον τόπο ως ο κάμπος του Αγ. Γεωργίου, ακολούθως πριν το 1740 ο βικάριος Niccolό Maraggon καταγράφει το ακίνητο που ανήκει στην Επισκοπή: Ο Αγ. Γεώργιος με τα σπίτια γύρω του (ίσως νοικιάζονται). Από την εξόχως ενδιαφέρουσα διαθήκη του Φενδερίκου Καμπάνη (1839) βρίσκουμε πολύτιμα στοιχεία που φανερώνουν την μετά τα μέσα του 18ου αι εγκατάσταση εμπορευομένων (και καραβοκυραίων;) στον μικρό αυτό χώρο, μια διαδικασία, που θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια και πιθανώς αυξανόμενη μετά την Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, οπότε και θα στραφεί επαγγελματικά προς την ναυτιλία και ο προπεριγραφείς χώρος της Ρίβας θα κορεσθεί οικοδομικά. Οι διαδοχικές πωλήσεις, ανταλλαγές και διεκδικήσεις, μικροκαταπατήσεις , αθετήσεις και ακυρώσεις αγορών που θα ακολουθήσουν τεκμηριώνουν αφενός την κατοίκηση για πρώτη φορά εκτός του Κάστρου και αφετέρου την παρουσία αστικών στοιχείων (καραβοκυραίων κ.λπ.) που θα έρθουν αργά ή γρήγορα σε αντιπαράθεση με τους άρχοντες οι οποίοι «κυβερνούσαν» αδιάλειπτα την Άνδρο. Τα επίθετα εδώ δεν είναι όλα από την Άνδρο.     

(Για όσους επιμένουν περί “κρυφού σχολειού” ένα δυσάρεστο στοιχείο: Βραχύβιο σχολείο ελληνικών γραμμάτων λειτούργησε υπό τον αρχιεπίσκοπο Ιωάσαφ 1768-1774 και από τον αρχιεπίσκοπο Διονύσιο Β΄ Καϊρη 1775-1799 αλλά και στις αρχές του 19ου αι. ενώ από το 1813 ανελλιπώς και στην νότια Άνδρο, στ’ Αμονακλειού η Σχολή της Αγίας Τριάδος, που θα προικισθεί με αξιόλογη βιβλιοθήκη.)  

Η Επανάσταση

Επανάσταση κηρύχθηκε στις 10 Μαϊου 1821 από τον κληρικό και φιλόσοφο Θεόφιλο Καϊρη. Από την συνέλευση που ακολούθησε εξελέγη άτυπη Εφορεία από τους ευγενέστατους άρχοντες σιορ Μιχαλάκη Καϊρη, σιόρ Δημητράκη Καμπάνη, σιόρ Λεονάρδο Μπίστη, σιόρ Γεωργάκη Καμπάνη και σιόρ Γασπαράκη Δελλαγραμμάτικα και αμέσως συνετάχθη «πρακτικόν» το οποίο  υπογράφουν 37 άρχοντες, 15 καραβοκυραίοι-εμπορευόμενοι και για τους Αρβανίτες επικεφαλής ένας Αρβανίτης, ένας άρχοντας και ένας γραμματικός, (Δ.Πασχάλης σελ.378-381). Να σημειωθεί ότι από τους άρχοντες δεν υπογράφει ούτε ένας Πολέμης-ίσως υπό την σιδερένια επιβολή του προαναφερθέντος Λεονάρδου Πολέμη, αλλά ούτε ο Δημητράκαρος Καϊρης.                                                               

Στα της συμμετοχής της Άνδρου στην Επανάσταση δεν θα αναφερθούμε στο παρόν. Το 1822 όμως θα συμβεί ένα εκρηκτικό γεγονός με πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις που δεν έχει αξιολογηθεί ως αυτοτελής πολιτική υπόθεση. Αναμφίβολα υπάρχουν δύο βεβαιότητες ως προς αυτό: 1ον ότι συνδέεται και σίγουρα είναι απότοκη της Επανάστασης και του γενικώτερου κλίματος που αυτή δημιούργησε στους Ρωμιούς και 2ον ότι αποτελεί μία αναμενόμενη κοινωνική έκρηξη όχι μόνον των αιώνων καταπίεσης που προηγήθηκαν αλλά κυρίως της αδιανόητης άσκησης εξουσίας αδικιών και αυθαιρεσιών, που υπερέβαιναν και αυτά τα άθλια νομικά δεδομένα της εποχής των κοτζαμπάσηδων, οι οποίοι όχι μόνον δεν βελτίωσαν το παραμικρό, όχι μόνον δεν ελάφρυναν αυτό που είχε προηγηθεί αλλά οι περισσότεροι το όξυναν στα όρια της ανατροπής.   

Η έκρηξη του κινήματος του Δημ. Μπαλή.

Το κίνημα του Μπαλή -ανδριώτη από το Κόρθι- εκδηλώθηκε τον Ιούλ του 1822. Κατά τον Πολέμη κατεστάλη μετά από πεντάμηνο (Πολέμης ως άνω σ.123-4). Κατόπιν: Ο Μπαλής επανακάμψας εις Ανδρον, μετά την πρώτην εκστρατείαν, εκ Καρύστου, ήρχισε στρατολογών εκ χωρίων με την πρόφασιν, ότι εσχημάτιζεν εκστρατευτικόν σωμα πάλιν δια την Κάρυστον. Οι στρατολογηθέντες,300 περίπου, αντί να απέλθουν εκ της νήσου περιεφέροντο καταφερόμενοι κατά ωρισμένων αρχόντων, τους οποίους κατηγόρουν ως αδίκους. Την 28 Ιουλ. εγένετο μεγάλη εξέγερσις. Οι κάτοικοι του Αρνά, του Πιτροφού, των Μενήτων, των Πέρα Χωριών, του Αλαδινού, των Στενιών, της Βουρκωτής, και ωρισμένοι εξ Αποικίων, Λαμύρων, Κορθίου, Κοχύλου, και Καππαριάς μετέβησαν ομαδικώς εις την Μεσαριάν περιεκύκλωσαν τον πύργον του Μιχ. Καϊρη-Ορφανού….ελεηλάτησαν τον πύργον τα κτήματα….  παρομοία επίθεσις εγένετο κατά του πύργου του Σταματέλου Μπίστη (Διαρραχίτη) εις Αποίκια…. ελεηλάτησαν και κατέκαυσαν. Το κίνημα αυτό παρουσιάζεται ως στρεφόμενον κατά των αρχόντων, των οποίων η καταπίεσις και αι αδικίαι υποτίθεται ότι έδωκαν αφορμήν εις την εξέγερσιν. Ο Δ. Πολέμης μάλιστα αναφέρει το κίνημα του Μπα-λή καταχωρώντας το στα εν γένει χαοτικά φαινόμενα όπως η πειρατεία της «εποχής των Λιάπηδων» που ταλαιπώρησε την Ανδρο το 1826. Ο Δ.Πασχάλης(ως άνω σ.410-11) τα λέει κάπως διαφορετικά. Αναφέρει σαφώς ότι ο πύργος του Λεονάρδου Πολέμη κάηκε. (Από άλλες πηγές αναφέρεται ότι εκτελέσθηκε. Εξ άλλων εγγράφων εκθέσεων και εξ επιστολών, γραφεισών καθ΄ην εποχήν έλαβε χώραν το στασιαστικόν κίνημα του Μπαλή, πληροφορούμεθα ότι ούτος συνεκάλεσεν εν Μεσαρία γενικήν συνέλευσιν του λαού της Άνδρου, εις ήν συνέρρευσαν και πάμπολλοι εκ Στενιών εκτραπέντες κ.λπ. Εκ της συγκληθείσης ταύτης εν Μεσαρία γενικής συνελεύσεως του λαού συνάγεται ότι ο στασιαστής Μπαλής το κίνημα αυτού ήθελε να το περιβάλη δια της λαϊκής εγκρίσεως, καθιστάμενος, οιωνεί λαοπρόβλητος. Εξ ού αγόμεθα εις το όχι απίθανον συμπέρασμα, ότι η παρεχομένη υπό του Φραντζή πληροφορία, ότι ο Μπαλής εξελέγη υπό του λαού της Ανδρου, διοικητής της νήσου, δεν είναι πάντη αστήρικτος, καίτοι διαψεύδει αυτήν ο σύγχρονος των γεγονότων Λεόντιος Καμπάνης (κληρικός της γνωστής οικογενείας αρχόντων…). Ως προς τον ίδιο τον Μπαλή ο Πασχάλης γράφει : Ο Δημ. Μπαλής, έχων και δύο αδελφούς ακολουθούντας αυτόν εις το στασιαστικόν κίνημά του, ήταν μεν απλούς χωρικός,αλλ’ ευφυής, τολμηρός, γενναίος και πολλής επιβολής. Ολίγων γραμμάτων γνώστης, φαίνεται εν τούτοις εμπεφορημένος υπό των ιδεών της Γαλλικής Επαναστάσεως, εάν κρίνωμεν από την προκήρυξιν, την όποιαν απηύθηνεν εις τον λαόν της Άνδρου, αν και την εποχήν εκείνην ήτο και η λέξις ακόμα του κομμουνισμού άγνωστος, είχε «κομμουνιστικάς ιδέας». Αξιοσημείωτο είναι ότι στο κείμενο της προκηρύξεώς του ενθαρρύνει σε επανάσταση τους Γραικούς, όπως και ο Ρήγας Φερραίος. (Αναφέρονται ως Γραικοί αφού η έννοια του Έλληνα για την διάπλαση του εθνικού αφηγήματος δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί). Το κείμενο δεν είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Μπαλή, αφού κοινές λέξεις για την κατανόηση από τον απλό κόσμο της Άνδρου είναι διαφορετικά διατυπωμένες. (Τον Μπαλή συνώδευε ο γενικός γραμματέας του Επαρχείου επτανήσιος Σταμάτης Ψωμάς, ο οποίος κατά τον Αμβρ. Φραντζή, ήταν ιακωβίνος και ίσως οπαδός του Fr.-N. Babeuf (Μπαμπέφ) του «κινήματος των ίσων». Ο δε Γ. Κορδάτος κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός αυτό εξηγώντας και αναλύοντας διεξοδικά τον ταξικό χαρακτήρα και τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού αγροτικού ζητήματος. -Γιαν. Κορδάτος “Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας” τ.ΙΙ σ.672-5).

Το κίνημα του Μπαλή κατεστάλη βέβαια. Ωστόσο τα πράγματα είχαν αμετάκλητα αλλάξει εις βάρος των αρχόντων, που είχαν όπως είδαμε παντελώς εκτραχυνθεί. Οι καραβοκυραίοι αποκτώντας χρήματα θα τους αντικαταστήσουν στην κορυφή της πυραμίδας της κοινωνίας της Άνδρου από τα μέσα και κυρίως από τα τέλη του 19ου αι. επιφέροντας σταδιακά άνοδο του βιοτικού επιπέδου, συνακόλουθη αύξηση του πληθυσμού κ.λπ.  

 

 «Του Μπειρίκου την“Κανάρια”   

την επήραν στα Ψαρά 

να την κάμουνε μπουρλότο 

για να κάψουν τον πασά».

 

Σ.Σ. Το ανωτέρω τετράστιχο αναφερόμενο από τον Πασχάλη παραμένει ξεχασμένο, ουδέποτε αναφερόμενο, ώστε να επικαλυφθεί προς όφελος μιας γενικής κατοπινής «ευταξίας».

Νίκος Βασιλόπουλος 15-04-21  

αρχιτέκτων -ερευνητής

                                                                                                                              

 

Σημείωση