Κυριακή 6 Αυγούστου 2017

Παλάτι-Παλατιανή



Εδώ βρίσκεται το πλέον κομβικό σημείο του Κάτω Κάστρου, που ίδρυσαν οι Φράγκοι, με το Παλάτι και την εκκλησία της Παλατιανής ή Αγίας Τσουράς

Το Παλάτι

         Για το Παλάτι γίνεται πρώτη φορά μνεία το1385 όταν ο Δούκας του Αιγαίου Franco Crispo και η σύζυγός του Fiorenza Sanudo  παραχώρησαν την Άνδρο στον Pietro Zeno, σε τελετή που έγινε στην Αίθουσα του Κάτω Κάστρου «in sala del castel abasso» (Karl Hopf). Tο παλάτι αναφέρεται επίσης σε έγγραφο του 1515 του Ηγεμόνα Berto Sommaripa. Σαφέστερη αναφορά γίνεται σε έγγραφο με το οποίο ο πορτογαλοεβραίος Ηγεμόνας Ιωσήφ Νάσι παρεχώρησε φεουδαλικά κτήματα σε τελετή που  έγινε στην μεγάλη αίθουσα του Παλατιού που βρίσκεται απέναντι από την πλατεία του Κάτω Κάστρου του λεγομένου Εμπορείον (della camera grande del palazzo di Andro, esistente verso la piazza del Castro Inferiore, detto Emporio) 7 Φεβρουαρίου 1578. Το 1700 ο ιησουίτης μοναχός J. X. Portier, γράφει ότι μέσα στην πόλη εγείρεται ωραίο παλάτι, από το οποίο δεν λείπει, σχεδόν, παρά μόνον η οροφή. Τα παράθυρά του έχουν μαρμάρινα διακοσμημένα πλαίσια. Τα τείχη φέρουν τους θυρεούς και τα μονογράμματα των Σομμαρίπα. Ο Vincenzo Castelli (1711)αναφέρει για τα εντοιχισμένα στο παλάτι οικόσημα των Σομμαρίπα «come hoggi di si vede anche il Palazzo Signiorale con lArme de la famiglia Summaripa». Ως προς την έκταση του Παλατιού, ο Δ. Kωνσταντινίδης στην  μελέτη του για την Παλατιανή εικάζει ότι το παλάτι έφθανε μέχρι και πάνω από την Πύλη του Κάστρου. Ο Tournefort εικονίζει επάνω από την Πύλη ένα υψηλό οικοδόμημα που αποτελεί ένα κύριο αμυντικό πύργο(Tour-maîtresse)άνω της πύλης. Το Παλάτι περιελάμβανε την νευραλγική θέση της πύλης-με τον υψηλό πύργο-την οποία υπερασπιζόταν ο ίδιος ο Ηγεμόνας. Φαίνεται μάλιστα ότι απέκτησε, αρκετά όψιμα, μια μεγάλη αίθουσα για επίσημες τελετές.

    Το ερείπιο όπου βρίσκεται σήμερα η πολυκατοικία Νικ. και Βιβής Σιγάλα  (Παλαιο κρασσά). Αναφερόταν ως τμήμα του Παλατιού όπως και η αρκετά νοτιώτερα οικία νύν Στ. Βροντίση. Το ανωτέρω ερείπιο είναι μάλλον ξανακτισμένη οικία γύρω στα 1700. Ο Λ. Σιγάλας είχε στην κατοχή του θυρεό του Κοττάκη τον οποίο ισχυριζόταν ότι είχε βρει σε υπόγεια στέρνα του κτιρίου. Ο θυρεός ήταν νεώτερος και απεικόνιζε αετό. Κάτω ο μοναδικά σωζόμενος θυρεός της Λατινοκρατίας στην Άνδρο, ανήκε δε σε Σομμαρίπα. Τον οικειοποιήθηκε η οικογένεια Καϊρη όταν ο Λεονάρδος Καϊρης έγινε βοεβόδας της Άνδρου το 1635. Το όνομά του αφαιρέθηκε ψηφιακά. Θυρεοί σαν αυτόν ήταν αναρτημένοι στα τείχη του Κάτω Κάστρου.  


Το 1579 η Άνδρος καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς. Ο εκάστοτε επικεφαλής των κατακτητών εγκαθίσταται στο παλάτι των Λατίνων Ηγεμόνων ή πιθανόν σε μέρος του. Τούρκος Καδής έρχεται επίσης στην Άνδρο και εγκαθίσταται δίπλα στον καθεδρικό ναό του Κάστρου τον Αγ. Ανδρέα. Με την σειρά του ο Καδής (θεωρώ πιθανώτατο) ότι κατέλαβε την κατοικία του Λατίνου Επισκόπου, ο οποίος κατά τα καθολικά ήθη μάλλον διέμενε καθ΄όλη την Λατινοκρατία δίπλα ακριβώς στον καθεδρικό-καθολικό-Αγ. Ανδρέα. (Τότε ίσως ο καθολικός Επίσκοπος κατέλαβε την διαγωνίως απέναντι οικία, γνωστή ως Πύργος του Λατίνου Επισκόπου). Επίσης περιωρισμένος αριθμός Τούρκων, εγκαθίσταται στο Κάστρο, άγνωστο σε ποια θέση.
Ο Καδής θα καταβάλει επίμονες προσπάθειες να εκδιώξει τους Λατίνους από τον Αγ. Ανδρέα ώστε οι Τούρκοι να τον μετατρέψουν σε τζαμί κατά τις συνήθειές τους ως κατακτητές, χωρίς όμως να το κατορθώσει. 
Το 1672 το Κάτω Κάστρο αλώνεται και δηώνεται από τον διαβόητο πειρατή Hugues de Creveliers. Ακολουθεί σφαγή. Οι άρχοντες εγκαταλείπουν το Κάστρο και κτίζουν πύργους στην ενδοχώρα της Άνδρου. Ακολουθεί και ο Τούρκος Αγάς. Το σύνολο των Τούρκων θα μετοικήσει στο εσωτερικό του νησιού όπου ήδη είχαν εκλεκτά τεμάχια γης αρπαγμένα από άρχοντες της Άνδρου. Το Κάστρο αλλά και το Παλάτι εγκαταλείπονται για δεκαετίες.
Τότε, άγνωστο πώς και πότε ακριβώς, το εγκαταλελειμμένο παλάτι και μάλλον όλα τα παραρτήματά του(;) περιέρχονται στην Ορθόδοξη Επισκοπή Άνδρου, που είχε επανέλθει στην Άνδρο περί το 1550(;), η οποία όμως  το 1712 παραχωρεί την Παλατιανή με τον πέριξ χώρο της ως μετόχιο στον Πανάγιο Τάφο. Οι αγιοταφίτες μοναχοί που εγκαθίστανται είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις έναντι του Παναγίου Τάφου. Το 1716 προέβησαν σε εκτεταμένη ανακαίνιση της Παλατιανής. Ίσως επειδή οι αγιοταφίτες μοναχοί δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους αλλά και μεταξύ των άλλων πούλησαν ολόκληρη την νότια πλευρά του μοναστηριού, αυτήν της οδού Αλκ. Εμπειρίκου, το εναπομένον μετόχιο πουλήθηκε το 1878 στον έμπορο Νικ. Βογιατζίδη. Τα σπίτια αυτά (της οδού Αλκ. Εμπειρίκου και της οδού Αγ. Ανδρέα), ήταν γνωστά στους περίοικους μέχρι σχεδόν τις μέρες μας ως μοναστηριακά ή τα φράγκικα, ανάμνηση του εκτεταμένου Παλατιού των Φράγκων.


 Σχέδιο άνω. Με γκρί σημειώνεται ο χώρος που εγκαταστάθηκαν οι μοναχοί του Παναγίου Τάφου το 1712. Σχέδιο κάτω, o ναός έχει μεγαλώσει στην δυτική του πλευρά, όταν οι αγιοταφίτες έκτισαν αποθήκες σφραγίζοντας την αρχική δυτική θύρα. Οι αποθήκες κατεδαφίστηκαν από τον νέο ιδιοκτήτη του όλου ακινήτου Νικ. Βογιατζίδη μετά το 1878, οπότε επαναδιανοίχθηκε η παλαιά δυτική θύρα. 




Η εκκλησία της Παλατιανής 
        
Η εκκλησία της Παλατιανής ή Αγίας Τσουράς έχει καταγραφεί στην μνήμη των Καστριανών, των παλαιών κατοίκων της Χώρας, ως το παρεκκλήσιο του Παλατιού, δηλαδή το παρεκκλήσιο των Λατίνων Ηγεμόνων 1207(;) - 1566
Η ονομασία  Αγ. Τσουρά προέρχεται από την Αγ. Κυρά και απαντάται αλλού ως Αγ. Κιουρά ή Αγ. Κυρά ή Αγ. Κερά με πολλές προσωνυμιακές ιδιότητες της Θεοτόκου. Στην Άνδρο λόγω του παλαιού τσιτακισμού το Κιουρά έγινε Τσουρά. Όλες αυτές οι παρόμοιες ονομασίες εντοπίζονται στον νησιωτικό χώρο από τον οποίο πέρασαν κατά καιρούς Βενετοί ή άλλοι Λατίνοι. Το όνομα αποτελεί μετάφραση της Παναγίας από τα ιταλικά, από το Donna ή Madonna αποδιδόμενο ευθέως σε Αγία Κυρά. Αυτό σαφώς ερμηνεύει την άλλοτε καθολική λατρευτική χρήση του. Ο Δ. Πασχάλης καταγράφει την Παλατιανή ως το παρεκκλήσιο των Λατίνων Ηγεμόνων της Άνδρου. 
                                                                               
Ο κύριος μελετητής του ναού ήταν ο καθ. Δημ. Κωνσταντινίδης. Η χρονολόγηση του ναού υπήρξε δυσχερής, κυρίως λόγω των κατά καιρούς επισκευών του.
Ωστόσο η αρχαϊκότητα, τα κύρια αρχιτεκτονικά μέλη, οι αναλογίες της κατόψεως  καθώς και το ακανόνιστο παραλληλεπίπεδο σχήμα του, δείχνουν κατά τον Κωνσταντινίδη την αρχή του 13ου αιώνα ως αρχική χρονική κατασκευή της εκκλησίας.  Ενώ θεωρεί ότι οι θόλοι και τα σταυροθόλια, δείχνουν καθολική ή μουσουλμανική επίδραση. Πάντως ο ναός βρισκόταν δίπλα στο Παλάτι και συγκεκριμένα ανατολικά του.
Οι εναλλαγές κυριάρχων σημάδεψαν ανεξίτηλα αλλά όχι φανερά το παρεκκλήσιο.  Αρχικές είσοδοι ήταν η δυτική, απέναντι(;) από το Παλάτι και ενδεχομένως κατά τα λατινικά ήθη επίσης η νότια (σήμερα σφραγισμένη). Πολύ αργότερα αφού εγκαταστάθηκαν οι αγιοταφίτες μοναχοί (1712) κτίσθηκαν οικήματα νότια του ναού και σε επαφή μ΄αυτόν (οδός Αλκ. Εμπειρίκου). Έτσι η νότια είσοδος σφραγίσθηκε. Κατόπιν οι μοναχοί έκτισαν αποθήκες στον δυτικό τοίχο του ναού σφραγίζοντας και την δυτική είσοδο εκεί που βρίσκεται το εμπρόσθιο προκήπιο. Τότε διανοίχθηκε είσοδος στην βορεινή πλευρά. Οπότε για να είναι ο ναός προσβάσιμος, από την νέα βορεινή είσοδο, δημιουργήθηκε δρομίσκος από ανατολικά, ο οποίος σήμερα υφίσταται (με τοποθέτηση μικρής πόρτας στην οδό Αγ. Ανδρέα). Πολύ αργότερα (μετά το 1878) από τον νέο ιδιοκτήτη του όλου ακινήτου Ν.Βογιατζίδη, γκρεμίσθηκαν δυτικά οι αποθήκες, άνοιξε η παλαιότατη δυτική είσοδος. Τότε ακριβώς διανοίχθηκε η σημερινή οδός Π. Γουλανδρή.



 Σχέδιο άνω, οι διαδοχικές προσβάσεις με τις αντίστοιχες θύρες του. Η δυτική (με κόκκινο) και η νότια (με γαλάζιο) ήταν κατά πάσαν πιθανότητα οι αρχικές. Η πρόσβαση της δυτικής δεν είναι βέβαιο ότι διεξαγόταν όπως σήμερα από την οδό Π. Γουλανδρή. Όταν έκλεισαν η νότια και δυτική πρόσβαση λόγω ποικίλων ανεγέρσεων, σφραγίστηκαν αντιστοίχως η νότια και δυτική θύρα. Όταν έκλεισαν η δυτική και νότια θύρα ανοίχθηκε θύρα στην βόρεια πλευρά (με πράσινο) και δημιουργήθηκε η αντίστοιχη πρόσβαση στον μικρό δρομίσκο.

 Σχέδιο άνω. Η σημερινή κατάσταση του ναού με την διάνοιξη της οδού Π. Γουλανδρή μετά το 1950. Παραμένουν ανοικτές η παλαιά δυτική θύρα με ανακαινισμένο περιθύρωμα και η βόρεια. 


Ο Κωνσταντινίδης θεωρεί το ξύλινο τέμπλο της Παλατιανής ως ένα από τα ωραιότερα της Άνδρου.  Κατασκευάσθηκε κατά την επισκευή του 1717 αναμφίβολα από εξαιρετικούς Χιώτες τεχνίτες (1719). «Η σύλληψις της συνθέσεως και η διακοσμητική είναι αναγεννησιακές με έκδηλη την τάσι των επί μέρους κοσμημάτων προς το μπαρόκ και πολλές φορές το ροκοκό".                                                                                                      
Στη στέψη του τέμπλου και κάτω από τον μεγαλοπρεπή σταυρό υπάρχουν δύο ολόσωμοι άγγελοι που πλαισιώνουν ένα κυκλικό θυρεό με το δουκικό στέμμα στην κορυφή του. Ο θυρεός ήταν από κατασκευής κενός από παράσταση. Το στοιχείο του «βωβού» θυρεού και του δουκικού στέμματος δεν είναι τυχαίο και σχετίζεται με το απέναντι Παλάτι και την νωπή μνήμη των Ηγεμόνων ενοίκων του. Χωρίς να θέλει να τους ανακαλέσει στην μνήμη των πιστών ο καλλιτέχνης τους επικαλείται εμμέσως για να δώσει και να υπενθυμίσει την λαμπρότητα του άλλοτε παρεκκλησίου τους.                                                                                       
Το θέμα αγγέλων υποβασταζόντων θυρεό είναι σπανιώτατο στην ηπειρωτική Ελλάδα.

    Άνω μέσα στον μαύρο κύκλο διακρίνεται το σύμπλεγμα των αγγέλων που                         υποβαστάζουν ένα θυρεό με δουκικό στέμμα. 
 
Πάντως κατά την καταγραφή των ναών του Κ. Κάστρου που έκαναν οι Τούρκοι στα Φορολογικά Κατάστιχα του 1670 αναφέρονται όλοι οι ναοί εκτός από την Παλατιανή. Υποψία δημιουργείται ότι ελλείψει τζαμιού οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Παλατιανή και την χρησιμοποίησαν ως τέμενος μεταξύ των ετών 1579 και 1672 έτος της καταστροφής και σφαγής από τον πειρατή Ντε Κρεβελιέ. Έτσι την περίοδο αυτή (1579;-1672)ο μεν Αγάς είχε καταλάβει το Παλάτι του Λατίνου Ηγεμόνα, ο δε Καδής την οικία του Λατίνου Επισκόπου ενώ για την λατρεία τους κατέσχαν(;) την Παλατιανή, παρεκκλήσιο των Λατίνων Ηγεμόνων.  (Η κατάληψη -εκ μέρους των Οθωμανών- των πλέον συμβολικών κτιρίων της Εξουσίας των ηττημένων Φράγκων είχε έτσι ολοκληρωθεί, αποτυπώνοντας με τον πλέον έκδηλο τρόπο μέσα στο Κάστρο την κατάκτησή τους). Μετά την καταστροφή τού 1672 το Κάστρο εγκαταλείφθηκε από τους Τούρκους και η ανάγκη τεμένους έπαψε να υπάρχει. Μάλλον τότε οι τελευταίοι απέδωσαν τον ευρύτερο χώρο στην Ορθόδοξη Επισκοπή η οποία, όπως είπαμε, με την σειρά της το απέδωσε στον Πανάγιο Τάφο.

H Αγία Τσουρά-Παλατιανή επί αγιοταφιτών  (μετά το 1712) αλλά και αργότερα διετέλεσε ενοριακός ναός. Κατόπιν έγινε παρεκκλήσιο της Θεοσκεπάστου ενώ το ποίμνιο της ενορίας που αντιστοιχούσε στο οικοδομικό τετράγωνο του μοναστηριού του Αγίου Τάφου «προσκολλήθηκε» στην Θεοσκέπαστη.

                     
Το κέντρο Εξουσίας του Λατινικού Κάτω Κάστρου 
    
Το όλο ακίνητο του μοναστηριού της Παλατιανής έφθανε αρχικώς μέχρι την οδό Αγίου Ανδρέα, καταλαμβάνοντας το σύνολο  του «τετραγώνου». Η οικία του Λατίνου επισκόπου κατελήφθη απ΄ αυτόν μάλλον μετά την Οθωμανική κατάκτηση (1579). Ο σημερινός δρόμος, (οδός Π. Γουλανδρή) στην τελευταία -προ της τελικής διανοίξεως- φάση του, ο οποίος περνάει μπροστά από την Παλατιανή ήταν τότε σκεπαστός και τα απέναντι της σημερινής εισόδου σπίτια (μέρος των παλατιών, ερειπίων ή ξανακτισμένων) είχαν αυλές ώστε η είσοδός τους να πραγματοποιείται σ΄αυτήν από τον όροφο.
Το οικιστικό συγκρότημα που αποδόθηκε στους αγιοταφίτες για εγκαθίδρυση μονής δεν είναι τυχαίο ως προς την έκτασή του. Η πολεοδομική συγκρότηση του «τετραγώνου»  με την θέση τού άλλοτε παλατιού των Σομμαρίπα στην αρχή του Κάστρου και της πύλης του, το παρεκκλήσιο της Παλατιανής, και πιθανώτατα η Καγκελαρία (Υποθηκοφυλακείο της εποχής), υποδεικνύουν τον περίκλειστο, περιχαρακωμένο κοινωνικά, πολιτικά, αμυντικά χαρακτήρα του τετραγώνου, ως κέντρου Εξουσίας ενός κάστρου μεσ’ το Κάστρο. Υπογραμμίζεται επίσης ότι η όλη θέση είναι η γεωφυσικά υψηλότερη όλου του Κάτω Κάστρου. Εδώ σαφώς ο Ηγεμόνας περιορίζεται από τα μέσα(;) της Λατινοκρατίας, ανάμεσα στην τάφρο δυτικά, την κεντρική πύλη, την οποία υπερασπίζεται και τον κεντρικό δρόμο νότια (νυν οδό Αλκ. Εμπειρίκου), τον δρόμο όπου ο καθεδρικός Ναός του Αγ.Ανδρέα ανατολικά, ενώ η βόρεια πλευρά του παραμένει δυσχερής να καθορισθεί. 


 Άνω περιστοιχίζεται με κόκκινο ο ωχυρωμένος χώρος του Παλατιού των Φράγκων Ηγεμόνων. Η δυτική πλευρά, έναντι της Τάφρου, δεν είναι απολύτως εξακριβωμένη. Πάντως αρχίζει νότια από την σημερινή οικία Στ. Βροντίση. Ολόκληρη η βόρεια πλευρά μάς διαφεύγει έστω και κατά προσέγγιση. Κάτω το ίδιο οικιστικό συγκρότημα. Φέρει την σκούρα γκρι γραμμή επί της οδού (νυν) Αλκ. Εμπειρίκου, όπου υπήρχε τείχος του οποίου ζητήθηκε, από τους αγιοταφίτες μοναχούς, η κατεδάφιση το 1839, προκειμένου να ανεγερθούν πλέον ευρύχωρες οικίες.



Πιθανώτατα λοιπόν, το μοναστήρι των Αγιοταφιτών δεν κατέλαβε τυχαία το σύνολο του συγκροτήματος αυτού,  μέσα στο έρημο Κάτω Κάστρο. Αποτελούσε τμήμα(;) αμυντικού οικιστικού συνόλου. Εξάλλου οι μοναχοί όταν ξεκίνησαν την διαδικασία πωλήσεως έξη "οικίσκων και ενός μαγαζίου"(επί της οδού Αλκ. Εμπειρίκου) ζήτησαν το 1839 έγκριση για την κατεδάφιση των εξωτερικών τειχών του μοναστηριού (άλλοτε Παλατιού) ώστε να ξανακτισθούν πλέον ευρύχωρα οικήματα τα οποία εν συνεχεία επώλησαν. Η πράξη αυτή επιβεβαιώνει την ύπαρξη τείχους που περιέβαλλε το Παλάτι μέσα στο ίδιο το Κάστρο με την Παλατιανή στο κέντρο του περίκλειστου αυτού συγκροτήματος. Η ανάμνηση του χώρου καλούμενου τα φράγκικα επιβεβαιώνει τη ταυτότητά του προγενέστερα των αγιοταφιτών μοναχών όταν ακόμη αποτελούσε έδρα των Φράγκων Ηγεμόνων. 
              
       Παραμένει άγνωστη η αρχική είσοδος στον χώρο του άλλοτε Παλατιού, η οποία με το πέρασμα των χρόνων και κυρίως με την εγκατάσταση των αγιοταφιτών και την μετατροπή σε μοναστήρι επέβαλλε τόσες διαδοχικές αλλαγές προσβάσεως στον ιστορικό αυτό Ναό. 

 Νίκος Βασιλόπουλος
                                         αρχιτέκτων-ερευνητής  D.P.L.G.  




 Άνω, μέρος του Παλατιού με τον παλαιό Πύργο της Πύλης, μεγάλο κτίσμα πίσω του και την Παλατιανή (κόκκινη) με τον τρούλλο.
   
Όλες οι αρχιτεκτονικές πληροφορίες προέρχονται από την εξαιρετική μελέτη του καθ. Δημ. Κωνσταντινίδη : " Η εκκλησία της Παλατιανής Χώρας Άνδρου" Ανδριακά Χρονικά 14 -1963.

Η όλη σχεδίαση προέρχεται από το Σχέδιο Πόλεως του 1865 και από την αποτύπωση του ναού, που έγινε από τον Δημ. Κωνσταντινίδη (1960;). Η σημερινή κατάσταση αποτυπώνεται από τον γράφοντα. 

Η ανάμνηση του χώρου καλούμενη ΤΑ ΦΡΑΓΚΙΚΑ, μου αναφέρθηκε από τον κ. Κωνσ. Σαλονίκη (ετών 86) εγγονό του Κωσταντή Σαλονίκη παλαιού κατοίκου της γειτονιάς, προ του 1900.  

Στα Τουρκικά Φορολογικά Κατάστιχα του 1670 αναφέρονται: η Θεοσκέπαστη, ο Αγ. Αθανάσιος, ο Αγ. Γεώργιος, ο Αγ. Νικόλαος, ο Ταξιάρχης, η Παναγία στο Τριόδι(;), ο Αγ. Ανδρέας των Φράγκων. 



Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Οι οικογένειες Καμπάνη , Αθανασίου και Καμπανάκη



   Μεσσαριά  χωριό πύργων. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία κτίσθηκαν μετά την           καταστροφή του Κάτω Κάστρου του 1672. Διακρίνονται εύκολα οι πύργοι από το             μέγεθός τους.


Ο μεγάλος πύργος στην Μεσσαριά, επί του επαρχιακού δρόμου, είναι γνωστός ως πύργος του Παρόδου μολονότι ανήκει σε Καϊρη. Κανείς δεν ήταν σε θέση να μου εξηγήσει πού οφείλεται αυτή η παραδοξότητα, αν και φαίνεται να μην είναι τόσο δύσκολη η εξήγηση. Να σημειωθεί ότι τόσο οι Καϊρη όσο και οι Παρόδοι ήταν άρχοντες, οι δε τελευταίοι, μοναδικοί στον ελλαδικό χώρο, με πύργο στα Λάμυρα και σπίτι στην Χώρα. Δεν είναι η μοναδική δυσεξήγητη υπόθεση όπου περιπλέκονται επίθετα και κτίρια ή άλλα σύμβολα. 

Το πρόβλημα-γρίφος

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατά τον Πολέμη εμπλοκή ή μάλλον περιπλοκή των αρχοντικών οικογενειών Καμπάνη, Αθανασίου (παλαιότερα Αθανάση) και Καμπανάκη. Ο Δ. Πολέμης αναφέρει (στην σελ. 71 στο άρθρο του «τα Φορολογικά της Άνδρου το 1721» της εκδόσεως Πέταλον 6 1988) ότι η οικογένεια Καμπάνη υπήρξεν κλάδος της οικογενείας Αθανάση (Αθανασίου) και επικαλείται έγγραφο όπου το 1721 οι Δημητράκης και Νικολός Αθανάσης αναλαμβάνουν μαζί με τον Λιναρδάκη Καϊρη την «ενοικίαση» της Άνδρου έναντι του Τούρκου Ιμπραήμ Αγά που ήταν ο αφέντης του νησιού. Συμπληρώνει δε ότι: εις το παρόν έγγραφον, ενώ οι δύο αδελφοί υπογράφονται «Αθανάσης», εις την σ. 4 έχη γραφή (χειρί του Λεονάρδου Καϊρη;) «σκρίτο του αφέντη Καμπάνη». Δεν γνωρίζω πώς αυτό αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο ότι η οικογένεια Καμπάνη είναι κλάδος της οικογενείας Αθανάση.                                                         
Νομίζω όμως ότι πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν δύο στοιχεία. Πρώτον ότι η οικογένεια Καμπάνη υφίσταται στην Άνδρο αποδεδειγμένα, αρκετά πρωτύτερα, το 1652 όταν σε έγγραφο της Καθολικής Επισκοπής αναφέρεται ως όμορο ακινήτου της «το πράμα του αφέντη Καμπάνη» στην περιοχή Λειβαδίων. Δεύτερον ότι η οικογένεια Καμπάνη ουδέποτε εγκατέλειψε τα καθολικά ονόματα Ζαννής και Λεονάρδος (κατόπιν Λεωνίδας) αλλά και άλλα συναφή ενώ αντίθετα η οικογένεια Αθανάση (αλλά και Μπίστη) υιοθέτησε πολύ νωρίς και με εμμονή ορθόδοξα ονόματα όπως Δημητράκης, Αλέξανδρος, Σταματέλος, Νικολός,  κ.α. όπως τα του μνημονευομένου από τον Πολέμη εγγράφου. Τα ονόματα απηχούν κατά τον καλύτερο τρόπο την επιλογή δόγματος που χώριζε αβυσσαλέα τις οικογένειες αυτές που είχαν παραμείνει πιστές στο Καθολικό Δόγμα απ' αυτές που είχαν ενστερνισθεί το Ορθόδοξο. 
Ο Δ. Πολέμης επί πλέον σε άλλο τεύχος (Πέταλον 4 1984 σελ.  59-61) αναφέρει ότι η οικογένεια Αθανάση χρησιμοποίησε το επίθετο Καμπανάκης από τα τέλη του 18ου αι χωρίς να δίνει άλλη εξήγηση, όπως ακριβώς κάνει και για την προαναφερθείσα περίπτωση με το επίθετο Καμπάνη μη δίνοντας άλλες πληροφορίες . Ωστόσο ο κυρ Γιωργάκης Καμπανάκης εντοπίζεται πολύ νωρίτερα, το 1696 στο Μεζανέτο-Λειβάδια ( Δ. Πολέμη «Μοναστηρικά του Αγ. Νικολάου» σελ.110), ίσως νόθο αναγνωρισμένο παιδί άρχοντα και κατόπιν αξιόπιστος μάρτυρας το 1735 (σελ. 229-230). Να σημειωθεί ότι η οικογένεια αυτή ακολουθεί ονόματα αρρένων που είναι και ακραιφνώς ορθόδοξα όπως Μιχάλης, Στρατής, Δημήτρης αλλά και καθολικά όπως Λεονάρδος ή το μεγαλόπρεπο Χρυσής από τους Σομμαρίπα Crusi εκ του Crusino. Μολονότι οι επισημάνσεις αυτές του Πολέμη, περί κλάδων των Αθανάση, δεν τεκμηριώνονται από τον ίδιο, ωστόσο θα ήταν υπερβολικό πιστεύω να θεωρηθούν ως εκ τούτου αφ' εαυτών έωλες. Αναμφίβολα υπάρχει κάποιου είδους ιδιότυπη ανταλλαγή επιθέτων η όποια είναι άγνωστης σε μας αιτιολογίας και για τούτο είναι δυσνόητη η εκδίπλωση των οικογενειών και των ενδεχομένως εξαιρετικά ενδιαφερουσών πτυχών της Ανδριακής ιστορίας των δύο τελευταίων αιώνων Τουρκικής κυριαρχίας του νησιού.
Πάντως οι άρχοντες δύσκολα θα άλλαζαν επίθετο, συνυφασμένο και αδιαπραγμάτευτο στοιχείο, απόδειξη της καταγωγής τους, η οποία έτσι καταδείκνυε την κοινωνική τους ισχύ.
Από τα ανωτέρω, υπογραμμίζεται το σημείο στο οποίο χωλαίνει η θέση του Πολέμη, αυτό τού ότι η οικογένεια Καμπάνη υφίσταται πριν από την αλλαγή (επιθέτου), που αναφέρει ο Πολέμης και ως εκ τούτου οι Καμπάνη δεν αποτελούν κλάδο της οικογενείας Αθανάση, επειδή απλούστατα προϋπήρχαν της αλλαγής, αλλαγή η οποία κατά τον Πολέμη λαμβάνει χώραν μετά το τέλος του 17ου αι. Το ίδιο ισχύει και για τους Καμπανάκη, για τους οποίους ο Πολέμης αναφέρει ότι είναι κλάδος των Αθανάση, που εμφανίζεται στα τέλη του 18ου αι. ενώ οι Καμπανάκη εντοπίζονται πριν τα τέλη του 17ου αι. στην Άνδρο. 
Το γεγονός της εμπλοκής των Καμπάνη σε πειρατική(;) δραστηριότητα  με αποτέλεσμα τον απαγχονισμό μέλους της οικογενείας (αγνώστου ονόματος), από τον καπουδάν Πασά Τζάνουμ Χότζα το 1716 δεν διαφωτίζει επαρκώς τα πράγματα για πιθανή ολιγόχρονη αλλαγή του επιθέτου τους (από Καμπάνη σε Αθανάση) λόγω τους συμβάντος. (Δ.Πασχάλη Ιστορία της Άνδρου σελ. 297). Στην περίπτωση αυτή θα ξαναπήραν αργότερα το επίθετο Καμπάνη, εγκαταλείποντας το προσωρινό(;) επίθετο Αθανάση ώστε να δημιουργηθεί εσφαλμένα η εντύπωση ότι πρόκειται περί κλάδου των Αθανάση, ενώ δεν επρόκειτο παρά για πρόσκαιρη αλλαγή. Σημ. 1
Πάντως παραμένει προς διερεύνηση η ολιγόχρονη(;) αλλαγή των επιθέτων Καμπάνη και Καμπανάκη. Δεν νομίζω εν πάση περιπτώσει ότι πρόκειται περί κλάδων αλλά περί εξ ανάγκης αλλαγής των επιθέτων χωρίς να αποκλείεται, τέλος, η υιοθέτηση άλλου επιθέτου εκ μέρους ωρισμένων Αθανάση, λόγω θηλυγονίας. Το τελευταίο όμως προϋποθέτει την ύπαρξη οικογενείας με το επίθετο Καμπάνη και Καμπανάκη και όχι την ξαφνική αναίτια εμφάνισή τους, όπως φαίνεται να υποστηρίζει ο Δ.Πολέμης. 


Τα οικόσημα 
Στην Άνδρο, που αν και είναι μεγάλο νησί των Κυκλάδων, σπανίζουν τα φράγκικα οικόσημα. Η περίπτωση αυτή σχετίζεται με τον κατά τα φαινόμενα βίαιο τρόπο που οι Λατίνοι άρχοντες εγκατέλειψαν το Καθολικό δόγμα και προσχώρησαν στο Ορθόδοξο. Δεν είναι του παρόντος μελετήματος η υπόθεση αυτή. Όμως αυτό το οποίο συνέβη καταμαρτυρά την εξαφάνιση των δυτικών οικοσήμων και την αργή υιοθέτηση των «ορθοδόξων» δικεφάλων, πράξη που παίρνει διαστάσεις πανδημίας μετά την Ρωσική κατοχή της Άνδρου μεταξύ των ετών 1770-1774. Ο κάθε πύργος απέκτησε τον δικέφαλό του….   Ωστόσο κάποια ελάχιστα φράγκικα απέμειναν και διευκολύνουν κάπως το πεδίο έρευνας.
Ο Δ.Πασχάλης στην Ιστορία της Άνδρου (Τομ. Β΄σελ.82 & 118) μνημονεύει ένα οικόσημο (βλ. κατωτέρω φωτό) και το σχολιάζει ως αποδιδόμενον στους Σομμαρίπα (1927). Στο έργο του «Κάστρα, Πύργοι και βίγλαι εν Άνδρω» (1934) διορθώνει κάπως τα πράγματα. Για το ίδιο οικόσημο γράφει οικόσημον τού παρά την εκκλησίαν Παλατιανήν πύργου Φενδερίκου Καμπάνη. Εν τούτοις με παραπομπή αναφέρει : Το οικόσημον αποδίδεται εις τους Σομμαρίπα, η δε επ΄αυτού επιγραφή του Φενδερίκου Καμπάνη εχαράχθη μεταγενέστερον. Το οικόσημο των Σομμαρίπα όμως είναι γνωστό, πάντοτε το ίδιο, αποτυπώνει ένα αριστερόστροφο όρθιο λιοντάρι σε πεδίο οριζοντίων λωρίδων. Η παρεξήγηση ότι το οικόσημο με γαλλικούς κρίνους και τους υποβαστάζοντες πιθήκους μάλλον ανήκει σε Σομμαρίπα, προέκυψε επειδή απλά και μόνον αυτό βρισκόταν στον ευρύτερο χώρο του παλατιού των Λατίνων Ηγεμόνων, απ΄ όπου και αποσπάσθηκε και σύντομα εξαφανίστηκε. Το σπίτι στο οποίο βρισκόταν το οικόσημο ήταν στον χώρο του Παλατιού, ήταν ξανακτισμένο μετά το 1700 και ανήκε στον Φιντιρίκο Καμπάνη, από τους απογόνους του οποίου πουλήθηκε στον Δ. Σιγάλα περί τα μέσα του 20ου αι. Άλλη απόδειξη νομίζω δεν χρειάζεται για την ταυτότητα του θυρεού. Σημ. 2  


Το οικόσημο όπου εμφανίζονται δύο πίθηκοι να κρατούν ασπίδα που φέρει δύο «γαλλικούς» κρίνους. Ανω άγγελος ή χερουβείμ υπογραμμίζει την Θεώθεν προστασία και αναγνώριση του τίτλου τους. Το οικόσημο δεν ανήκει σε Σομμαρίπα ανήκε σε Καμπάνη και είναι πολύ προγενέστερο της τελευταίας περιόδου της Τουρκοκρατίας.
Ο Πασχάλης έχει πιστεύω δίκηο όταν γράφει ότι η επιγραφή χαράχθηκε αργότερα. Αρχικώς δεν υπήρχε η συνήθεια να χαράσσεται το όνομα στο οικόσημο. Ο Φ. Καμπάνης, άτομο με έπαρση σχεδόν αλαζονικό, χάραξε το όνομά του σε παλαιότερο θυρεό της οικογενείας Καμπάνη. 

«Οικόσημον του κατεδαφισθέντος εν Μεσσαρία Πύργου Καμπάνη του επιλεγομένου Παντία», γράφει ο Δ.Πασχάλης. Απεικονίζονται δύο όρθια λιοντάρια που κρατούν δεξιά και αριστερά ένα κυπαρίσσι, σύμβολο νεώτερο και συνηθισμένο.(Σημ.3)



Το οικόσημο του Καμπανάκη, της Μεσσαριάς, που δεν σώζεται σήμερα, απαθανατίστηκε από τον Πάτροκλο Καμπανάκη στην αρχή του 20ου αι. Είναι όπως σχολιάζει η κ. Καραγάστη, αφελές αντίγραφο του βρετανικού θυρεού, όμως τα δύο λιοντάρια και ο τρόπος που κοιτούν τον θυρεό δείχνει μάλλον συγκερασμό του εν λόγω θυρεού με τα δύο λιοντάρια των Αθανάση..
Τα οικόσημα των οικογενειών Campani και Atanasi που εντοπίζονται στις Ιταλικές Χρυσές Βίβλους δικαιώνουν κατά την γνώμη μου (εν μέρει) τον Δ. Πολέμη . Το οικόσημο των Atanasi – Αθανάση είναι παρόμοιο με αυτό των Καμπάνη και ίσως των Καμπανάκη της Μεσσαριάς. Ωρισμένοι Αθανάση φαίνεται να χάνουν το επίθετό τους και να διαιωνίζονται μέσω άλλου επιθέτου αλλά να διατηρούν τα οικόσημά τους. Είναι άραγε Αθανάση ή μήπως ωρισμένοι Καμπάνη ωνομάσθηκαν πρόσκαιρα Αθανάση και κατόπιν επανήλθαν στο αρχικό τους επίθετο διατηρώντας το οικόσημο των Αθανάση; Ή μήπως απλώς πρόκειται περί θηλυγονίας κάποιων οικογενειών; Προς το παρόν το ερώτημα παραμένει αναπάντητο.

                                
Το ανωτέρω οικόσημο ανήκει σε Atanasi της Ιταλίας. Η τελική διαμόρφωση των οικοσήμων πραγματοποιήθηκε κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Το μετάλλιο με τα δύο λιοντάρια παραμένει αναλλοίωτο. Είναι αυτό που έχουν ο Καμπάνης (Παντίας) αλλά και οι Καμπανάκη, που φέρονται να είναι κάποιες από τις οικογένειες Αθανάση οι οποίες για άγνωστο λόγο υιοθετούν τα επίθετα Καμπανάκης και Καμπάνης κατά τα τέλη του 18ου αιώνα στην Άνδρο. 
Άνω το οικόσημο των Campani της Ιταλίας. Η προσθήκη της καμπάνας πρέπει να θεωρείται μεταγενέστερη και να συνδέεται με την περιοχή της Καμπανίας από την οποία και προέρχεται η λέξη καμπάνα. Οι γαλλικοί κρίνοι άνω ίσως καταγράφουν την φερόμενη καταγωγή των Campani-Καμπάνη από την Γαλλία. Έτσι το οικόσημο του Φεντερίκου Καμπάνη με τους δύο κρίνους αφορά πράγματι σε Καμπάνη που διατήρησε αδιατάρακτα επίθετο και οικόσημο. Δεν έχει βέβαια όπως βλέπουμε καμμία σχέση με Σομμαρίπα οι οποίοι είχαν το γνωστό αριστερόστροφο λιοντάρι ως έμβλημα.
Ο Δ. Πολέμης δικαιώνεται νομίζω ως προς τον ισχυρισμό του, ο οποίος αν και -λανθασμένα- αφορά σε όλους τους Καμπάνη και δεν τεκμηριώνεται σχετικά, εν τούτοις κατοχυρώνεται μέσω των οικοσήμων...

Σημ.1 Η οικογένεια Καμπανάκη εντοπίζεται και στην ευρύτερη περιοχή Κορθίου, υπάρχει δε πύργος Καμπανάκη στ΄Αμονακλειού.

Σημ.2 Για το θυρεό και το σπίτι του Φενδερίκου Καμπάνη Δημ. Κωνσταντινίδη "η εκκλησία της Παλατιανής στην Χώρα Άνδρου" Ανδριακά Χρονικά 14 σελ. 19, 20

Σημ.3 Το οικόσημο ήταν πολύ εντυπωσιακό και ενέπνευσε τον Ι. Δαπόντε να το μιμηθεί, πράγμα που έκανε το 1733 αλλά με τρόπο πολύ άτεχνο. Το οικόσημο των Δαπόντε (Da Ponte) της Κρήτης και της Βενετίας αποτυπώνει γέφυρα, από το Ponte (που σημαίνει γέφυρα). Κατά τον κ. Γ. Δαπόντη (ανδριακής καταγωγής, που μένει στην Κρήτη) οι Δαπόντε έρχονται στην Άνδρο την εποχή του Ηγεμόνα Πιέτρο Αντρέα Τζεν..