Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Βυζαντινή Άνδρος 4ος – 13ος αι.


 Η θέση αυτή σκοπό έχει να αποκαταστήσει στις πραγματικές της διαστάσεις την σχεδόν απόλυτα σκοτεινή εικόνα που υπάρχει για το νησί μας (που δεν είναι άλλωστε και η μοναδική στον ελλαδικό χώρο) για την χρονική αυτή περίοδο, καταμετρώντας και αναφέροντας τα εξαιρετικά πενιχρά στοιχεία που υπάρχουν για την βυζαντινή Άνδρο που κάλυψε σχεδόν 850 χρόνια. Κυρίως όμως προσεγγίζουμε το θέμα ώστε να συμπληρωθεί η εικόνα του ανδριακού χώρου όπως αυτός έχει δημιουργηθεί κατά την προ της Λατινοκρατίας περίοδο.

Η πρώιμη βυζαντινή Άνδρος εξαντλείται στην φθίνουσα Παλαιόπολη η οποία εξαφανίζεται οριστικά γύρω στον 6ο αιώνα. Η περίοδος αυτή ερευνάται από την ομάδα της κας Λ.Παλαιοκρασσά. Τα δε αποτελέσματα της ερεύνης βρίσκονται σε εξέλιξη. Εν κατακλείδι λοιπόν έχουμε την πρώτη βυζαντινή Άνδρο που περιορίζεται στην Παληόπολη και το βέβαιο που συμβαίνει είναι ότι ακολουθεί μία καθοδική πορεία, ζώντας στα απομεινάρια της Αρχαίας Άνδρου μέχρι της πλήρους εξαφανίσεώς της από τον χάρτη του νησιού. (Οι ανακοινώσεις από τις έρευνες της Κας Παλαιοκρασσά αναμένονται πάντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και τα τελικά πορίσματα θα ακολουθήσουν την απαραίτητη χρονική πορεία τους).
Η Άνδρος της αρχικής παρακμής δεν αναλαμβάνει…

Κατόπιν και κατά τους 6 αιώνες βυζαντινής πορείας που θα ακολουθήσουν τα πράγματα είναι από θολά έως απολύτως σκοτεινά, αφορούν δε στην περίοδο που έχουμε καθορίσει ότι θα ασχοληθούμε δηλαδή από τον Μεσαίωνα και εντεύθεν.

Η μελέτη της βυζαντινής Άνδρου καλύπτεται πρωτίστως, κατά την εδραιωμένη συνήθεια των βυζαντινολόγων, από τα λατρευτικά κτίρια. Εν προκειμένω:
Ο Ταξιάρχης της Μεσσαριάς.
Ο Ταξιάρχης της Μελίδας
Ο Ταξιάρχης του Υψηλού
Η Παναγία Μεσαθουρίου 
και ο Αγ. Ιωάννης ο Θεολόγος στο Κόρθι.
                                Ταξιάρχης της Μελίδας
                          Ταξιάρχης Υψηλού
                       Ταξιάρχης Μεσσαριάς
 Η Παναγία (Κοίμηση) στο Μεσαθούρι.


                    Άγιος Ιωάννης Θεολόγος ,Άνω Κόρθι


 O Αγιος Ιωάννης Θεολόγος είναι μάλλον του 5ου  ή 6ου αιώνα κάτι που δηλώνει πιθανή κατοίκηση της περιοχής κατά τα πρώιμα βυζαντινά χρόνια σε περίοδο σχετικής ηρεμίας. Οι υπόλοιπες  εκκλησίες είναι του 12ου αιώνα, γεγονός διόλου τυχαίο. (Για τον Αγ. Νικόλαο οι γνώμες διίστανται)).                                                                                                    
Επίσης εντοπίσθηκε, από την κα Ανθή Κουτσούκου, πρώιμο βυζαντινό οχυρό, Τετραπύργιο, άνω του Γαυρίου που μάλλον δεν είναι άλλο από το Πάνω Καστρί που είχε εντοπίσει ο Δ.Πασχάλης.

Εμείς θα συμπληρώσουμε την εικόνα της βυζαντινής Άνδρου με τα εξής επιπλέον στοιχεία.
Η Άνδρος επιλέγεται ως ελάσσονος σημασίας στρατιωτικό κέντρο στην μέση βυζαντινή περίοδο χωρίς αυτό να απεικονίζεται σε κάτι περαιτέρω ούτε να αποτυπώνεται σε κάποια αντίστοιχη ανάπτυξη. Δεν καθίσταται γνωστό σε ποιο σημείο του νησιού βρίσκεται η έδρα αυτού του εφήμερου κέντρου.
Είναι γνωστή η σηροτροφία του νησιού η οποία μεταφράζεται σε παραγωγή πρώτης ύλης και μεταπώλησή της καθώς και δύο επεξεργασμένων προϊόντων. Να σημειωθεί ότι σε καλύτερους καιρούς της σηροτροφίας εντός του ελλαδικού χώρου τα καλύτερα προϊόντα ήταν αυτά της Χίου, τα οποία όμως ουδέποτε υπερέβησαν σε ποιότητα αυτά της Δύσης (Ιταλίας, Γαλλίας κ.λπ).
Έχουν επισημανθεί από τον Πασχάλη αμυντικοί περίβολοι οι οποίοι κατά την γνώμη μου ανάγονται στην μέση(;) βυζαντινή περίοδο. Αυτός του Παλαιοκάστρου (Μπισκοπειό, εκ του επισκοπώ) και ο Κάστελλας άνω του Συνετίου.
Επί πλέον επισημαίνεται από τον γράφοντα ο χώρος του Παληόπυργου στην περιοχή της Κάτω Μελίδας. Πρόκειται για έξαρμα ευρείας εκτάσεως πλάτους σχεδόν 20 μ  και μήκους άνω των 60μ. Η δυτική και νοτιοανατολική πλευρά του έχουν επί τούτου λαξευθεί ώστε να δημιουργούνται κάθετες βραχώδεις επιφάνειες υψηλές έναντι του εδάφους. Στην ανατολική πλευρά διακρίνονται λαξευμένα σκαλοπάτια στον βράχο. Στην πλέον ανώτερη θέση σώζεται υπόλειμμα φράγκικου πύργου 10Χ10μ.
   Ο Παληόπυργος στον Πιτροφό
    Τα κομμένα βράχια ώστε να γίνει η θέση οχυρώσιμη
Διακρίνονται ίχνη σκαλοπατιών
 Οι βάσεις του Φράγκικου Πύργου στο ανώτερο σημείο του Παληόπυργου

Στον ευρύτερο χώρο και κυρίως στα ανατολικά ακίνητα εντοπίζονται στο έδαφος πλήθος σπασμένων αγγείων διαφόρων περιόδων. Κατά την πλησίον διάνοιξη του επαρχιακού δρόμου Χώρας-Γαυρίου (1929) είχαν ανευρεθεί πολλά τεμάχια πηλίνων αγγείων αλλά ακόμη και ακέραια πήλινα σκεύη καθημερινής χρήσεως. Να σημειωθεί ότι προ του 1990 είχε γίνει εισήγηση για χαρακτηρισμό της περιοχής ως αρχαιολογικής αλλά η ενέργεια δεν προχώρησε ώστε να γίνουν αρχαιολογικές έρευνες που θα έδιναν μία αμυδρή τουλάχιστον εικόνα της βυζαντινής περιόδου εκεί, περίοδος της οποίας η εξέταση εξαντλείται στον εγγύς Ταξιάρχη της Μελίδας. Έτσι γνωρίζουμε μόνον τον ναό και τίποτε περισσότερο για τον οικισμό που ίσως τον δημιούργησε, του οποίου τα προφανή απομεινάρια περιμένουν μάταια. Αναμφίβολα η ανασκαφή εκεί θα έδινε πολύ περισσότερα στοιχεία για την εξέλιξη της ανδριακής ιστορίας, μία εξέλιξη που δεν σταματά κατά την πρώτη περίοδο της Λατινοκρατίας αφού και ο φράγκικος πύργος το επαληθεύει και η απόδωση του φέουδου της Μελίδας στον Σιμονέτο Δάνδολο κατά το 1343 μας επιβεβαιώνει.
Ως προς την θεωρούμενη πρωτεύουσα της μέσης βυζαντινής Άνδρου, πιστεύω ότι ο γλωσσολόγος Δ.Βογιατζίδης αποδίδει πολύ σωστά την ετυμολογία της λέξεως Μεσσαριά, ως αυτοπροσδιορισμού για την ίδια ως κέντρου και αντιστοίχως την Πίσω Μεριά και την Όξω Μεριά για  αντίστοιχα νότια και βόρεια σημεία της Άνδρου. Άλλο δείγμα βυζαντινής παρουσίας εκεί σημειώνεται για δρόμο η Ντεμοσιά ή Δεμοσιά όρος που επιζεί στην Λατινοκρατία αλλά και μέχρι τις μέρες μας. Τίποτε άλλο δεν έχει η Μεσσαριά από την βυζαντινή περίοδό της (πλήν του Ταξιάρχη) που να εμφανίζει έστω και το παραμικρό στοιχείο ευμάρειας ή στοιχειώδους προόδου. Ίσως κάποιοι από τους μικρούς πύργους της Μεσσαριάς να ανάγονται στους χρόνους αυτούς αν και για τούτο πολύ αμφιβάλλω.
Απέναντι νότια υπάρχει το βουνό Γερακώνας, που παραπέμπει κατά τον Πασχάλη σε ιερακοτροφία, συνοδευόμενο από το επίθετο Γερακάρης στοιχεία καταχωρούμενα στην βυζαντινή Άνδρο των μέσων χρόνων. Επιπλέον η Μονή Παναχράντου είναι κατά την άποψή μου προγενέστερη όλων των άλλων μονών της Άνδρου με χρονολογία σαφώς προ του 12ου  αιώνα οπότε εμφανίζεται εκτεταμένη μοναστηριοδομική δραστηριότητα στην Άνδρο. Κατά την γνώμη μου άλλη εξίσου παλαιά Μονή της οποίας τα ελάχιστα υπολείμματα σώζονται ήταν αυτή του Αγ. Γιώργη Φαράλη.
Ο 12ος αιώνας είναι ο αιώνας των βυζαντινών Μονών στην Άνδρο αλλά γιαυτό θα αναφερθούμε σε άλλη δημοσίευση.
Η μελέτη των ρυθμολογικών, τυπολογικών και επιμέρους διακοσμητικών στοιχείων παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους αρχαιολόγους, κινείται δε εκτός από τα κύρια χαρακτηριστικά (π.χ. τύπος τρούλλου) στην τυπολογία της μαρμαρογλυφίας. Συγκεκριμένα προσδιορίζεται η ομοιότητα των ναών της Άνδρου με άλλους ναούς της ελλαδικής επικράτειας και εξ αυτού εικάζεται η επιρροή ή η επαφή με τους τόπους αυτούς. Δεν λαμβάνεται πάντως υπ΄όψιν ότι οι μονές κτίσθηκαν από μοναχούς άλλων τόπων της αυτοκρατορίας που καταφεύγοντας στην Άνδρο εισήγαγαν και επανέλαβαν αυτά που γνώριζαν και ήταν μέχρι τότε άγνωστα στο νησί. Ως εκ τούτου ήταν πλήρως αποκομμένα απ΄αυτό.  Η επανάληψη δηλαδή τυπολογικών χαρακτηριστικών στους ναούς των μονών που ίδρυσαν στην Άνδρο δεν σημαίνει ότι η ανδριακή κοινωνία είχε οποιασδήποτε μορφής σχέση με τις περιοχές αυτές. Μόνον οι ξένοι μοναχοί που ήρθαν στο νησί έφεραν-επίσης-ξένα συνεργεία εδώ για να επαναλάβουν αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά που ενέπνεαν τους ίδιους ή τους μάστορες άλλων περιοχών. Απ' αυτό ούτε συνεπάγεται  ούτε τεκμηριώνεται δηλαδή ότι η ανδριακή κοινωνία είχε οποιαδήποτε σχέση με τους μακρινούς αυτούς τόπους ούτε βέβαια ότι είχε τέτοιας μορφής οικονομική ευρωστία ώστε να αναζητά σε απίθανα μέρη της αυτοκρατορίας μοναχούς και συνεργεία να ανεγείρουν με αλλότρια αρχιτεκτονικά πρότυπα ναούς. Το γεγονός αυτό, δηλαδή η ανέγερση βυζαντινού ρυθμού ναών και οι επαναλήψεις μαρμαγλυπτικών προτύπων από απίθανα σημεία του Βυζαντίου, ήταν έργο αποκλειστικώς των μοναχών που κατέκλεισαν την Άνδρο του 12ου αι μεταφέροντας τρόπους ανεγέρσεως και διακοσμήσεως ναών και όχι μιας ευημερούσης ντόπιας κοινωνίας  που μάλλον δεν υπήρχε.
Δεν πρέπει λοιπόν επ΄ουδενί  λόγω η πολυπληθής εμφάνιση μονών να θεωρηθεί ότι συνοδεύει ή ότι είναι αποτέλεσμα πλούτου ή κοινωνικής αναπτύξεως της Άνδρου. Η ανέγερσή τους οφείλεται κατά κανόνα σε διωγμένους από τον μικρασιατικό χώρο μοναχούς γεγονός που λαμβάνει χώραν επί Κομνηνών. Η Άνδρος αποτελεί πιθανώτατα ένα φιλόξενο τόπο για τους μοναχούς και για τούτο παρουσιάζεται μία παράλληλη έξαρση της τοιχογραφίας-αγιογραφίας  κατά τον 12ο αιώνα επίσης. Ο βυζαντινός ρυθμός ¨εισάγεται¨ στην Άνδρο και τούτο δεν επαναλαμβάνεται παρά μόνον κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Η απογοητευτική κατάσταση με τα μηδαμινά στοιχεία που παρουσιάζει το νησί από την μέση βυζαντινή περίοδο δεν πρέπει να ξενίζει. Το ίδιο ισχύει για μείζονα τμήματα της ελλαδικής επικράτειας. Απλώς η εδραιωμένη άποψη της παπαρρηγοπουλικής εκδοχής περί της Ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού αποδεικνύεται για πολλοστή φορά έωλη. Φέρει την βυζαντινή Άνδρο να διαδέχεται την ελληνιστική αρχαιότητα σαν μην έχει συμβεί το παραμικρό,* δηλ. να έχει πρωτεύουσα, διοίκηση, ευημερούντες κατοίκους, ειρηνική και άνετη διαβίωση, καλή άμυνα, στρατό και άλλα πολλά που μόνον στο μυαλό των βυζαντινολάγνων υπήρχαν ενώ και αυτός ό όρος βυζαντινός είναι πονηρό δημιούργημα ευρωπαίων ιστορικών του 19ου αι. ο δε όρος Έλληνας ως εθνοτικού προσδιορισμού, την περίοδο αυτή ήταν παντελώς λησμονημένος. Και για την αποκατάσταση της πραγματικότητας να σημειώσουμε ότι οι κάτοικοι της «βυζαντινής» επικράτειας αυτοπροσδιορίζοντο ως Ρωμαίοι δηλ Ρωμηοί. Ο όρος του Έλληνα θα νεκραναστηθεί με την Εθνική Παλιγγενεσία.

*σημ. Το τέλος του αρχαίου κόσμου που λαμβάνει χώραν κατά την εποχή εκείνη είναι η οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική και πολιτική καταβαράθρωση της δυτικής κυρίως ρωμαϊκής επικράτειας, ενώ οι ανατολικές περιοχές της (Μικρά Ασία, Εγγύς Ανατολή) διαφεύγουν και διασώζουν εν μέρει την οικονομική και πολιτική σταθερότητά τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου